Αν η Χίλαρι Κλίντον κέρδιζε τις εκλογές τον Νοέμβριο του 2016, τότε η σεξιστική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ σταδιακά θα ξεχνιόταν. Οι γυναίκες δεν θα είχαν νιώσει την ανάγκη να οργανωθούν και να διαδηλώσουν. Δεν θα υπήρχε το Women’s March, δεν θα είχαν πραγματοποιηθεί ποτέ οι μεγάλες συγκεντρώσεις των γυναικών στην Ουάσιγκτον και στον υπόλοιπο κόσμο.

Η ατμόσφαιρα δεν θα ήταν τόσο ηλεκτρισμένη και ίσως το κλίμα δεν θα κρινόταν κατάλληλο για να ξεσπάσει το κύμα καταγγελιών περί σεξουαλικών κακοποιήσεων. Ίσως δεν θα είχε κατηγορήσει κανείς τον Χάρβεϊ Ουάινσταϊν. Δεν θα υπήρχε το κίνημα Me Too. Καμιά φορά χρειάζεται ένα σοκ για να αρχίσουν τα πράγματα να συμβαίνουν. 

Οι Αμερικανίδες ήταν έτοιμες να πανηγυρίσουν την είσοδο της πρώτης γυναίκας στον Λευκό Οίκο (θα ήταν ένα ιστορικό γεγονός, ανεξάρτητα από το πόσο αρεστή ή κατάλληλη μπορεί να θεωρούσε ο καθένας την Κλίντον) και αντ’ αυτού βρέθηκαν με έναν πρόεδρο που στο πλαίσιο της προεκλογικής του εκστρατείας αναρωτήθηκε δημοσίως πώς θα μπορούσε η αντίπαλός του να ικανοποιήσει την Αμερική ενώ δεν μπορούσε να ικανοποιήσει ούτε τον σύζυγό της.

Η αντίδραση ήταν ενστικτώδης. Για την ακρίβεια, η αντίδραση της Τερέσα Σουκ, μιας συνταξιούχου δικηγόρου από τη Χαβάη, η οποία αμέσως μετά την επίσημη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων σχολίασε στο Facebook ότι «πρέπει να διαδηλώσουμε» και κάλεσε 40 φίλες της στην Ουάσιγκτον. Όταν το επόμενο πρωί άνοιξε τον υπολογιστή της, είδε ότι υπήρχαν 10.000 άνθρωποι που δήλωναν ότι ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν. Αυτή είναι η σύντομη ιστορία τού πώς γεννήθηκε το Woman’s March, ένα κίνημα που μέσα σε δύο μήνες έγινε εξαιρετικά επιδραστικό· την επομένη της ορκωμοσίας του νέου προέδρου των ΗΠΑ, στις 21 Ιανουαρίου του 2017, συγκεντρώθηκαν 450.000 άνθρωποι στην Ουάσιγκτον και περίπου 5 εκατ. ακόμα σε εκατοντάδες άλλα σημεία της Αμερικής και του υπόλοιπου κόσμου. Αθροιστικά ήταν η μεγαλύτερη συγκέντρωση
διαμαρτυρίας στην ιστορία.

Το Woman’s March, όμως, δεν ήταν μια παγκόσμια διαδήλωση κατά του Τραμπ, αλλά με αφορμή αυτόν. Οι Αμερικανίδες βγήκαν στους δρόμους θυμωμένες, γιατί, παρά τα βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση που έκαναν τις τελευταίες δεκαετίες οι (δυτικές κυρίως) κοινωνίες, η απόλυτη (και όχι η κατά προσέγγιση) ισότητα των δύο φύλων δεν έχει ακόμα επιτευχθεί. Και εκτός από τους επιμέρους τομείς (εργασιακή ανισότητα, περιστατικά παρενόχλησης που αντιμετωπίζονται ως φυσιολογικά κ.ά.), το μεγαλύτερο ζήτημα (και ίσως η αφετηρία όλων), αυτό που λογικά θυμώνει μια γυναίκα, είναι το ότι η φύση της κοινωνίας, αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο, εξακολουθεί να είναι πατριαρχική.

Ουάσιγκτον, Ιανουάριος 2017. Το Women’s March υπολογίζεται ότι είχε τρεις φορές περισσότερο κόσμο από την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ, μία μέρα νωρίτερα.  

 

Γυναίκες στην εξουσία

«Θα τελειώσει εγκαίρως η διαμαρτυρία των γυναικών για να έρθουν να μαγειρέψουν το δείπνο;» αναρωτήθηκε μέσω κοινωνικών δικτύων κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του περασμένου Ιανουαρίου ο Τζον Κάμερον, Ρεπουμπλικάνος, μέλος ενός τοπικού συμβουλίου του Νιου Τζέρσεϊ. Λίγο καιρό αργότερα, έχασε τη θέση του από την 32χρονη Άσλεϊ Μπένετ, η οποία αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική, εξοργισμένη από το σχόλιο του προκατόχου της. Αυτό φαίνεται ότι είναι το μεγάλο κέρδος, το πιο άμεσο, του Women’s March. Το ότι οι γυναίκες εμφανίζονται έτοιμες να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και να σταματήσουν να επαφίενται σε ψηφοθηρικές υποσχέσεις πολιτικών ανδρών.

Εκτός από την κ. Μπένετ, τους τελευταίους μήνες σημειώθηκαν πολυάριθμες μικρές ή μεγάλες εκλογικές νίκες στην αμερικανική επικράτεια – να σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ είναι πολύ χαμηλά στη λίστα των χωρών με γυναικεία παρουσία στην πολιτική σκηνή. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο προέκυψε από τη λίστα EMILY, μια πολιτική δράση που προετοιμάζει γυναίκες υποψηφίους για λογαριασμό του Δημοκρατικού κόμματος. Το 2015 και το 2016 είχαν επικοινωνήσει με την EMILY 900 γυναίκες. Μετά την εκλογή του Τραμπ ο αριθμός αυτός ανέβηκε στις 26.000. Πρόκειται για πυροτέχνημα; Για μια αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό; Για μια μεγάλη νίκη του φεμινιστικού κινήματος; Είναι νωρίς για να εκτιμηθεί.

Σε αυτό το κλίμα εμφανίστηκαν τον περασμένο Οκτώβριο τα δημοσιεύματα των New York Times και του New Yorker για την εγκληματική δράση του Χάρβεϊ Ουάινσταϊν. Ακολούθησε ένας τυφώνας καταγγελιών για περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης που αρχικά κλόνισε τον χώρο του θεάματος και κατόπιν μεταφέρθηκε σε κάθε περιβάλλον όπου ένας ισχυρός άνδρας πρακτικά νομιμοποιούνταν να παρενοχλήσει μια υφισταμένη του, είτε επειδή πίστευε ότι «δεν πειράζει» είτε επειδή γνώριζε ότι ο πιο εύκολος δρόμος γι’ αυτήν θα ήταν να μείνει
σιωπηλή – δεν είναι τυχαίο ότι το πε-
ριοδικό Time επέλεξε ως «πρόσωπο της χρονιάς» τις γυναίκες που «έσπασαν τη σιωπή τους». Το κίνημα Me Too γεννήθηκε μέσα σε αυτή την αναταραχή με στόχο τα περιστατικά αυτά να μη μένουν πια στο σκοτάδι.

Εκατομμύρια γυναίκες κινητοποιήθηκαν και μοιράστηκαν τις ιστορίες τους μέσω κοινωνικών δικτύων· μέσα σε λίγες μέρες το #metoo είχε χρησιμοποιηθεί 1,7 εκατ. φορές στο Twitter, ενώ το 45% των Αμερικανών χρηστών του Facebook είχαν έστω και έναν φίλο που πόσταρε σχετικά. Δεν πρόκειται δηλαδή για ένα ζήτημα που αφορά μια μικρή μειονότητα. Και παρά την ατυχέστατη παράμετρο των υπερβολών και των αστοχιών που γράφτηκαν και ακούστηκαν, το κίνημα Me Too (μαζί με το σχεδόν σύγχρονό του Time’s up) αποτελεί ασφαλώς μια δυναμική κίνηση καταπολέμησης του φαινομένου και μεγάλο σταθμό σε αυτό το τέταρτο κύμα φεμινισμού που εκφράζεται εδώ και λίγα χρόνια μέσα από τις νέες τεχνολογίες.

Βήματα και άλματα

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη επισκόπηση των τελευταίων μηνών κατά τους οποίους οι γυναίκες ύψωσαν συλλογικά τις φωνές τους, αξίζει να σχολιάσουμε ότι, εκτός από τα προαναφερθέντα γεγονότα που απασχόλησαν πρωτίστως τον δυτικό κόσμο, αν όχι αποκλειστικά την Αμερική, σημειώθηκε πρόοδος και σε γωνιές του κόσμου που ο φακός φωτίζει σπανιότερα. Από τον Ιούνιο, για παράδειγμα, οι γυναίκες στη Σαουδική Αραβία θα δικαιούνται να οδηγούν. Μοιάζει απίστευτο, αλλά μέχρι τώρα ήταν παράνομο. Ή κάτι ακόμα: εδώ και λίγους μήνες έπαψε να ισχύει στον Λίβανο, στην Τυνησία και στην Ιορδανία ένας από τους φρικτότερους νόμους της σύγχρονης εποχής, σύμφωνα με τον οποίο ο βιαστής μιας γυναίκας μπορούσε να αθωωθεί αν στη συνέχεια δεχόταν να την παντρευτεί. Σε μερικά σημεία του πλανήτη χρειάζονται βήματα, σε άλλα απαιτούνται άλματα. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ