ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με πωλήσεις που ανέρχονται μόλις στο ένα τρίτο εκείνων που πραγματοποιούσε στα «χρυσά χρόνια» της ελληνικής οικονομίας, με τα μισά καταστήματα, αλλά μικρότερο ανταγωνισμό και μία συμφωνία με τις πιστώτριες τράπεζες, αναδύεται από την κρίση η εταιρεία ενδυμάτων Vardas. Σημείο τον καιρών, ίσως, οι πωλήσεις της Vardas από τα 57 εκατ. το 2007, όταν μεσουρανούσε το δανεικό χρήμα και κορυφωνόταν η καταναλωτική εμπιστοσύνη στη χώρα, έχουν υποχωρήσει στα επίπεδα περίπου των 17,5 εκατ. ευρώ το 2017, σύμφωνα με πηγές της εταιρείας. Αν και το 2014 η αγορά του ενδύματος και ειδικά των ανδρικών κουστουμιών για τα οποία φημίζεται η εταιρεία ανέκαμψε, η διολίσθηση της οικονομίας σε ύφεση το 2015 και η επιβολή των capital controls τη γύρισαν πίσω σημαντικά. Και έτσι, η συμφωνία με τις τράπεζες που είχε προηγηθεί κατέρρευσε. Με βάση εκείνη την πρώτη συμφωνία αναδιάρθρωσης του 2014 τα δάνεια της εταιρείας αναδιαρθρώθηκαν σε νέα διμερή δάνεια και ένα κοινοπρακτικό ομολογιακό δάνειο, που θα άρχιζαν να εξοφλούνται το μεν κοινοπρακτικό από τον Ιούνιο 2015 τα δε διμερή δάνεια από τον Ιούνιο 2016. Το ύψος του δανεισμού στον οποίο συμμετείχαν και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ήταν της τάξης των 35 εκατ. ευρώ. Ομως η κατάσταση το 2015 για τη Vardas έφερε ανεπαρκή ρευστότητα, μείωση των πωλήσεων και αδυναμία να ανταποκριθεί στις σχεδιαζόμενες πληρωμές για τις χρήσεις μετά το 2016. Η εκτίμηση για τα βασικά μεγέθη και το περιθώριο επιτοκίου 4% έδειξαν πως η εταιρεία δεν «έπιανε» τους σχετικούς στόχους που είχαν τεθεί στη συμφωνία. Ετσι άνοιξε ένας νέος κύκλος διαπραγματεύσεων με τις τράπεζες για την εταιρεία που ιδρύθηκε το 1939, ο οποίος έκλεισε επιτυχώς στα τέλη του 2016.

Συνεπής στις υποχρεώσεις

«Η επιχείρηση υπήρξε πάντα βιώσιμη ακόμη και στα χρόνια της μεγάλης κρίσης, ήταν σε θέση να εκπληρώνει όλες τις μισθολογικές φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις της, καθώς και τις υποχρεώσεις της προς τους προμηθευτές εγκαίρως, χωρίς νέο τραπεζικό δανεισμό», σημειώνει στην «Κ» ο επικεφαλής του ομίλου Θεόδωρος Βάρδας, συμπληρώνοντας ότι «η λειτουργική κερδοφορία είναι επαρκής για την εξυπηρέτηση του τραπεζικού δανεισμού ύστερα από τη συμφωνία αναδιάρθρωσης». Πράγματι, όλος ο τραπεζικός δανεισμός είναι πλέον μακροπρόθεσμος και ανέρχεται σε 39 εκατ. ευρώ. Από το 2017 είναι ενήμερος και εξυπηρετείται πλήρως από τα λειτουργικά κέρδη της εταιρείας όπως έχουν διαμορφωθεί, ενώ από το 2017 έχει αρχίσει και η σταδιακή εξόφληση του δανειακού κεφαλαίου της εταιρείας, αναφέρει ο Θ. Βάρδας.

Σήμερα λειτουργούν συνολικά 19 καταστήματα από 45 το 2007 και τέσσερα συνεργαζόμενα, σύνολο 23 καταστήματα . Ολα τα καταστήματα φέρονται να έχουν πλέον ικανοποιητική λειτουργική κερδοφορία. Αλλωστε, ο επιχειρηματίας ήδη από το 2009 υιοθέτησε ως κανόνα την απόφαση κατάστημα το οποίο δεν έχει λειτουργική κερδοφορία να κλείνει.

Eξάρτηση από εισαγωγές

Την ίδια ώρα, και με την παραγωγή ένδυσης στην Ελλάδα να έχει ουσιαστικά σταματήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 80 –λόγο διαρκώς αυξανόμενου κόστους που οδηγούσε σε μειωμένη ανταγωνιστικότητα–, τα διατιθέμενα προϊόντα στην αγορά ένδυσης - υπόδησης αποτελούν σε ποσοστό 90% εισαγωγές. Στη Vardas το ποσοστό αυτό αγγίζει το 100%. Η επιχείρηση έκλεισε το τελευταίο εξαγωγικό εργοστάσιο παραγωγής της το 1982. Σήμερα ατενίζει το μέλλον με πολύ χαμηλότερο κόστος, καθώς έχει εστιάσει τη στρατηγική της στη σχέση ποιότητας - τιμής. Κοστούμια που ράβονται στην Ιταλία από τα ίδια χέρια που ράβονται τα διεθνή επώνυμα brands και από τα ίδια υφάσματα και ενίοτε σχεδιαστές. Αποτέλεσμα, μια πολύ ανταγωνιστική πρόταση για όσους δεν θέλουν απαραίτητα την ετικέτα των επώνυμων designers. Με εξαίρεση καταστήματα όπως αυτό στο Golden Hall όπου διατίθενται επιτυχώς και υψηλοτέρων τιμών ενδύματα, η Vardas πλέον έχει αναστήσει το δικό της ισχυρό εμπορικό όνομα στην αγορά.

Δεν είναι όμως κάτι που έγινε τα τελευταία λίγα χρόνια. Oπως περιγράφει στην «Κ» ο Θ. Βάρδας, από το 2009 η εταιρεία κατάρτισε ένα «σχέδιο της δικής της προσαρμογής με στόχο την επίτευξη διατηρήσιμης βιωσιμότητας σε περίοδο ύφεσης».
Στόχος ήταν η συνέχιση της εταιρείας σε ένα νέο οικονομικό περιβάλλον με διατήρηση όσο το δυνατόν περισσότερων θέσεων εργασίας. «Εγινε ταχύτατος εξορθολογισμός του δικτύου. Ταυτόχρονα, το προσφερόμενο προϊοντικό μείγμα άλλαξε με αναζήτηση νέων πηγών προμηθείας σε χαμηλότερες τιμές χωρίς να αλλάξει η σχέση ποιότητας - τιμής. «Ηταν μια εξαιρετικά δύσκολη προσπάθεια, αλλά επέτυχε. Οι πωλήσεις έχουν πλέον σταθεροποιηθεί στο 30% - 33% των πωλήσεων του 2007, που καθιστούν την επιχείρηση βιώσιμη και με τη δυνατότητα να εξυπηρετεί εγκαίρως μισθούς, φόρους, ασφαλιστικές εισφορές και τον τραπεζικό της δανεισμό», αναφέρει ο επιχειρηματίας.

Εξαφανίστηκαν όσοι δεν προσαρμόστηκαν

Η Vardas αναδύεται από την κρίση την ώρα που ένα μεγάλο κομμάτι ανταγωνισμού έχει απλώς εξαφανιστεί. Μεγάλες ιστορικές επιχειρήσεις ένδυσης και υπόδησης σε όλη την κλίμακα τιμών - ποιότητας έχουν τεθεί εκτός αγοράς λόγω της κρίσης.

Φίρμες στο ακριβό τμήμα της αγοράς, όπως ο Καρούζος, στο μεσαίο, όπως η Artisti Italiani, και στο φθηνό, όπως η Glou και η Sprider, απλώς δεν υπάρχουν πια. Παράλληλα, όμως, έχει μειωθεί σημαντικά και η συνολική ιδιωτική κατανάλωση.

Οταν η οικονομική πολιτική από τον Μάιο του 2010 και μετά και οι πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης μείωσαν δραματικά τα εισοδήματα, την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και την ιδιωτική κατανάλωση, το κοστούμι –το ένδυμα και το υπόδημα εν γένει– ήταν ένα από τα πρώτα πράγματα που σταμάτησαν οι Ελληνες να αγοράζουν. Σε μεγάλο βαθμό, η ύφεση στο κοστούμι είναι παρόμοια σε ένταση και εξέλιξη με αυτήν στο καινούργιο αυτοκίνητο: Υποχώρηση πωλήσεων της τάξης του 70% από τα υψηλά της περιόδου 2007-2008, μικρή ανάκαμψη το 2015, βύθιση το 2015 και σταθεροποίηση από πέρυσι.

Σήμερα, μετά τη δραματική πτώση της κατανάλωσης αλλά και των λειτουργικών εξόδων σε όλα τα επίπεδα, διαφαίνονται σημεία ανάκαμψης για όσες επιχειρήσεις κατάφεραν να σταθούν όρθιες μέσα στην κρίση. Προς το παρόν, η Vardas συνεχίζει την προσπάθεια αναδιάρθρωσης μέσω δημιουργίας εσωτερικής αξίας στην επιχείρηση.
Ο Θεόδωρος Βάρδας το θέτει ως εξής: «Ο γκουρού του μάρκετινγκ Philip Kotler έχει πει ότι υπάρχουν δύο ειδών επιχειρήσεις. Αυτές που προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς και αυτές που χάνονται. Μετά τη διεθνή κρίση του 2007-2008, η διοίκηση της εταιρείας μας αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάσταση ισορροπίας λόγω μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας». Κάποιοι άλλοι δεν το κατάφεραν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ