Είναι ύπουλο πράγμα το πένθος. Μπορεί να σε διαλύσει, να σε καταπιεί, να σε πετάξει ξέπνοο στον καναπέ σου, ανήμπορο να σταθείς στα πόδια σου. Αλλά, αν καταφέρεις να κοιτάξεις το «τέρας» κατάματα, να αναμετρηθείς με τα ανείπωτα, ίσως εκπλαγείς με τη δύναμη που κρύβεις μέσα σου. Στην περίπτωση της Σίσσυς Τουμάση, τουλάχιστον, έτσι έγιναν τα πράγματα. 

 

Μεγάλωσε με τη μητέρα της, που ήταν τραπεζικός, σε ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και μουσικές, παρακολουθώντας ταινίες και θεατρικές παραστάσεις. Στα χρόνια του λυκείου, όταν έπρεπε, όπως όλοι οι συμμαθητές της, να αποφασίσει τι θα κάνει στη ζωή της, εκείνη επαναστάτησε. «Μου φαινόταν παράλογο το ότι έπρεπε να διαλέξω σε τόσο μικρή ηλικία τον επαγγελματικό δρόμο που θα ακολουθούσα. Κι αν άλλαζα γνώμη αργότερα; Θα έμενα μια ζωή εγκλωβισμένη σε ένα “κοστούμι” που θα σιχαινόμουν;» Έδωσε παρά ταύτα πανελλαδικές εξετάσεις και πέρασε στα ΤΕΙ, στο Τμήμα Εμπορίας και Διαφήμισης. Και αίφνης, μια μέρα, ανακοίνωσε στη μητέρα της ότι θα γινόταν ηθοποιός. Ακόμη θυμάται τη λάμψη στα μάτια της... «Αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στο Ωδείο Αθηνών και στο Εθνικό Θέατρο. Αν δεν τα κατάφερνα, δεν θα επέμενα, θα έκανα κάτι άλλο. Δεν ήθελα να είμαι άλλη μια μέτρια ηθοποιός, να καταλαμβάνω χώρο χωρίς λόγο».  

Η μητέρα της δεν πρόλαβε να μάθει ότι η κόρη της θα έκανε πραγματικότητα το όνειρό της· σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. «Στη διάρκεια του πρώτου έτους στη σχολή ήμουν ακόμη σε κατάσταση σοκ. Το δεύτερο, είπα: τελείωσα με το πένθος. Η υποκριτική με έσωσε. Βρήκα σε αυτήν την οικογένεια που είχα χάσει. Γι’ αυτό την αγαπώ βαθιά και την έχω τόσο ανάγκη».

Σίσσυ Τουμάση, ετών 28. Ένα κορίτσι όμορφο και μικροκαμωμένο, σαν μίσχος λουλουδιού, μα πάνω στη σκηνή μοιάζει με θεριό. Πρωταγωνίστρια στην «Αγριόπαπια» του Χένρικ Ίψεν και στο «Ευχαριστημένο» της Μαρίνας Καραγάτση -και τα δύο στο θέατρο Πορεία, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου-, έχει κάνει τη θεατρική Αθήνα να μιλάει για τις ερμηνείες της. Στην πρώτη παράσταση υποδύεται την έφηβη Χέντβιγκ, που πεθαίνει γιατί δεν αντέχει στη σκέψη ότι θα ζήσει χωρίς την αγάπη του πατέρα της, και στη δεύτερη τη μικρή Μαρίνα Καραγάτση, μέσα από το βλέμμα της οποίας αποκαλύπτονται όλα όσα στοίχειωσαν και πλήγωσαν μία από τις πιο γνωστές οικογένειες της Ελλάδας. 

Πώς ισορροπεί ανάμεσα στις δύο ηρωίδες; Πώς μπαίνει από το ένα θεατρικό «σύμπαν» στο άλλο; «Δεν έχω πρόβλημα με τους δύο ρόλους. Με τη... Σίσσυ μπερδεύομαι. Δουλεύοντας τόσο πολύ και με τόση υπερένταση, πλέον δεν ξέρω ποια είμαι», λέει γελώντας. «Με τους ρόλους έχω βρει τις συνδέσεις που χρειάζονται
– τα κουμπιά τους. Το κοινό σημείο με τη Χέντβιγκ είναι το γεγονός ότι είναι ένα κορίτσι που μεγαλώνει ουσιαστικά ολομόναχο, όπως μεγάλωσα κι εγώ. Σε μία στιγμή αλλάζουν τα πάντα γύρω της και θυσιάζεται για να σώσει ό,τι μπορεί. Και στη Μαρίνα κατανοώ την αγωνία και την ανάγκη της να την αγαπήσουν οι γονείς της. Παίρνει αγάπη, βέβαια, αλλά με τον δικό τους τρόπο, όχι με τον τρόπο που εκείνη καταλαβαίνει. Κι αυτό την πληγώνει». 

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Σίσσυ ξαναγυρίζει στην... εφηβεία για τις ανάγκες ενός ρόλου. Στην ταινία «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά υποδύθηκε ένα από τα παιδιά μιας νοσηρής οικογένειας, ενώ πέρυσι ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης τής έδωσε τον ρόλο μιας κυνικής έφηβης στην παράσταση «Αύγουστος». «Δεν σας κρύβω ότι έχω κουραστεί λίγο», παραδέχεται η ίδια. «Από τότε που αποφοίτησα από τη δραματική σχολή υποδύομαι έφηβες. Φέτος αισθάνομαι εντονότερα από ποτέ την ανάγκη να ενηλικιωθώ, επιτέλους, επί σκηνής!»

Στην «Αγριόπαπια» ο Δημήτρης Τάρλοου της εμπιστεύτηκε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο. Γιατί την επέλεξε; «Νομίζω πως είδε σ’ εμένα ότι πάνω στη σκηνή είμαι ανοιχτή στην επικοινωνία με τους άλλους ηθοποιούς. Ότι βλέπω τα μάτια τους και αφήνομαι στη στιγμή. Δεν με ενδιαφέρει να τα λέω ωραία, αλλά να είναι ωραίο αυτό που συμβαίνει την ώρα της παράστασης. Αυτό είναι το προσόν μου, δεν έχω κάτι άλλο ιδιαίτερο». 

Οι περισσότερες κριτικές που έχουν γραφτεί για την παράσταση είναι αποθεωτικές για την ίδια. Η Σίσσυ χαίρεται γι’ αυτό, αλλά πιο πολύ για κάτι άλλο: «Για τα βουρκωμένα από συγκίνηση μάτια των καλύτερων φίλων μου στην πρεμιέρα». Και το... καλάμι; Πόσο εύκολο είναι να παρασυρθεί από τη γοητεία της ματαιοδοξίας; «Να καβαλήσω το καλάμι; Πιστέψτε με, δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί σ’ εμένα. Και αυτό γιατί θεωρώ τα πάντα εφήμερα. Ακόμα και το πιο μεγάλο βραβείο δεν σου εξασφαλίζει τίποτα. Δεν σε βοηθά να κατοχυρώσεις καμία θέση στον χώρο. Κάθε δουλειά κρέμεται από μια κλωστή, εξαρτάται από πάρα πολλές παραμέτρους. Αν πάει καλά, δεν σημαίνει ότι είσαι ταλεντάρα. Αν πάει άσχημα, δεν σημαίνει ότι είσαι άχρηστος ως ηθοποιός. Απεχθάνομαι την έπαρση. Τη βρίσκω αφόρητα βαρετή. Επίσης, δεν πιστεύω στο θέατρο του πρωταγωνιστή, αλλά στη δύναμη του θιάσου, της ομάδας. Το “εγώ” καταστρέφει τα πάντα - σχέσεις, δουλειές, ζωές. Το έχω δει να συμβαίνει πολλές φορές. Το “εμείς” χτίζει γερά οικοδομήματα. Μόλις τελειώσουν οι παραστάσεις, λοιπόν, θα επιστρέψω και πάλι στο μηδέν. Σε μια νέα αφετηρία». 

Και η Σίσσυ εκτός σκηνής πώς είναι; «Ακούω μουσική, διαβάζω, βλέπω ταινίες. Αγαπώ το καλοκαίρι, θέλω να είμαι έξω στη λιακάδα. Μου αρέσει να μαγειρεύω για φίλους. Κάνω καλό μουσακά και εξαιρετική σπανακόπιτα. Η μαγειρική είναι η εναλλακτική μου: αν αποτύχω στην υποκριτική, θα ανοίξω ταβέρνα!» ■

«Αγριόπαπια» και «Το ευχαριστημένο», Θέατρο Πορεία, www.poreiatheatre.com

 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ