ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μάριος Ψάλτης: «Μπαίνουμε σε περίοδο περιορισμένης ανάκαμψης διότι ελλοχεύουν κίνδυνοι»

ΗΛΙΑΣ ΜΠΕΛΛΟΣ

Ο κ. Μάριος Ψάλτης, διευθύνων σύμβουλος της PwC Ελλάδας, επισημαίνει ότι απαιτείται σταθερό φορολογικό πλαίσιο για να λειτουργήσουν απρόσκοπτα οι επιχειρήσεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Για την Ελλάδα, είναι χρήσιμη η ύπαρξη μηχανισμού προστασίας μετά το πρόγραμμα, διότι δεν έχουν εξαλειφθεί όλοι οι κίνδυνοι, ενώ τα stress tests των τραπεζών αλλά και η ανασφάλεια που δημιουργείται όσο πλησιάζουμε σε έναν νέο εκλογικό κύκλο δεν ευνοούν την προσέλκυση επενδύσεων. Απαιτούνται σταθερότητα φορολογικού πλαισίου, επίλυση γραφειοκρατίας και ευνοϊκότερη αντιμετώπιση της επιχειρηματικότητας, τονίζει, μεταξύ άλλων, ο διευθύνων σύμβουλος της PwC Ελλάδας, Μάριος Ψάλτης. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι το 40% του συνολικού εταιρικού δανεισμού παραμένει σε επιχειρήσεις-ζόμπι που δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό έναντι των υγιών επιχειρήσεων, ενώ η υφιστάμενη ανοχή μεταφράζεται σε αυξημένη φορολογία και επιτόκιο δανεισμού για τους συνεπείς.

– Εχει σταθεροποιηθεί επαρκώς η οικονομία ή ελλοχεύουν ρίσκα; Πώς σχολιάζετε την ανάγκη ύπαρξης ή μη προληπτικής πιστοληπτικής γραμμής κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο;

– Η ελληνική οικονομία έχει σταθεροποιηθεί και μπαίνουμε σε περίοδο περιορισμένης ανάκαμψης για το άμεσο μέλλον, καθώς εξακολουθούν να ελλοχεύουν κίνδυνοι, ενώ δεν πληρούνται ακόμη όλες οι προϋποθέσεις ανάκτησης εμπιστοσύνης, δεδομένης της επερχόμενης άσκησης των stress tests των τραπεζών αλλά και της ανασφάλειας που δημιουργείται όσο πλησιάζουμε σε έναν νέο εκλογικό κύκλο. Ο δημοσιονομικός στόχος για την περίοδο μετά το πρόγραμμα έχει συμφωνηθεί μέσω της μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής στρατηγικής. Για να διατηρηθεί το θετικό momentum, απαιτείται η έγκαιρη ολοκλήρωση των αξιολογήσεων του τρίτου προγράμματος και της συμφωνίας εξόδου. Από τεχνοκρατικής άποψης, μια επιχείρηση που πέρασε αναδιάρθρωση δανεισμού απαιτείται να τηρεί διαθέσιμες γραμμές χρηματοδότησης για ώρα ανάγκης. Αντίστοιχα, για τη χώρα σε ένα ευμετάβλητο διεθνές περιβάλλον είναι χρήσιμη η ύπαρξη μηχανισμού προστασίας, την οποία εκτιμώ δεδομένη, σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, εφόσον τηρηθούν οι υποχρεώσεις μας.

– Ζουν ακόμα οι επιχειρήσεις-ζόμπι και πόσο επιβαρύνουν την αγορά;

– Πρόκειται για ποσοστό μεγαλύτερο του 25% του συνόλου των επιχειρήσεων, βάσει της μελέτης «Stars & Zombies» της PwC. Ο σχετικός δανεισμός εκπροσωπεί το 40% του συνολικού εταιρικού δανεισμού. Το ύψος των «παγιδευμένων» περιουσιακών στοιχείων, οι καθυστερήσεις πληρωμών και οι μη εξυπηρετούμενες οφειλές δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό έναντι των υγιών επιχειρήσεων. Η υφιστάμενη ανοχή μεταφράζεται σε αυξημένη φορολογία και επιτόκιο δανεισμού για τους συνεπείς.

– Γιατί καθυστερεί η διαδικασία αναδιάρθρωσης των υπερχρεωμένων ή προβληματικών επιχειρήσεων από τις τράπεζες;

– Το διαμορφωμένο πλέον θεσμικό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα πώλησης του ενεργητικού των μη βιώσιμων επιχειρήσεων ή ρευστοποίησης των πάγιων περιουσιακών στοιχείων προς αξιοποίηση από νέους ιδιοκτήτες. Ομως, όταν αρχικά κληθήκαμε ως χώρα να διαχειριστούμε αυτήν τη διαδικασία, η έλλειψη πλαισίου, τεχνογνωσίας και επενδυτικού ενδιαφέροντος για τη χρηματοδότηση των αναδιαρθρώσεων αποτέλεσε τη βασική αιτία καθυστερήσεων. Τα παραπάνω συνδυάστηκαν με την αδυναμία λήψης δραστικών μέτρων από τις τράπεζες, που δυσκολεύτηκαν να αντιμετωπίσουν τις μακροχρόνιες σχέσεις που διατηρούσαν με τους πελάτες. Απαιτείται αποφασιστικότητα των τραπεζών για υλοποίηση μιας στρατηγικής διαχείρισης με όρους που μπορούν να εξυπηρετηθούν.

– Υπό τις εσχάτως διαμορφωθείσες συνθήκες, προσελκύει η χώρα άμεσες επενδύσεις;

– Μέχρι σήμερα, το υψηλό ρίσκο και η απαίτηση των ξένων επενδυτών για υψηλές αποδόσεις έχουν οδηγήσει σε ποσοστό ξένων άμεσων επενδύσεων χαμηλότερο του 10%. Με το ρίσκο της χώρας να υποχωρεί, η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων, μέσω της προώθησης στρατηγικών επενδυτικών ευκαιριών, αποτελεί πρόκληση. Απαιτούνται σταθερότητα φορολογικού πλαισίου, επίλυση γραφειοκρατίας και ευνοϊκότερη αντιμετώπιση της επιχειρηματικότητας.

– Υπάρχει δυναμική συγχωνεύσεων και εξαγορών ή εξαντλείται στις ιδιωτικοποιήσεις; Πώς αξιολογείτε τις ενέργειες που πρέπει να κάνει το υπερταμείο στις ΔΕΚΟ;

– Η συγκεκριμένη αγορά παρέμεινε πολύ ρηχή το 2017, με επίκεντρο τις αποεπενδύσεις των συστημικών τραπεζών, αξίας 20,5 δισ. Καθώς, όμως, οδεύουμε σε περίοδο αναιμικής ανάπτυξης, οι εγχώριες συναλλαγές, οδηγούμενες από κλαδικές ενοποιήσεις, δύνανται να κινηθούν ανοδικά. Για τις ΔΕΚΟ απαιτείται η λήψη ανεπηρέαστων πολιτικά πρωτοβουλιών που στοχεύουν στην αποτελεσματικότητα της εταιρικής διακυβέρνησης, ευνοώντας την ανταγωνιστικότητα και προάγοντας πρακτικές που προσφέρουν αξία στον φορολογούμενο.

– Ποιοι είναι οι μεσοπρόθεσμοι στόχοι της PwC Ελλάδας;

– Την περίοδο της κρίσης, η PwC στάθηκε δίπλα στους πελάτες της, με στόχο την επίλυση σημαντικών προβλημάτων και τη βελτίωση του κλίματος εμπιστοσύνης στην οικονομία. Σε ευθυγράμμιση με τα νέα τοπικά και παγκόσμια δεδομένα, αναπτύξαμε και εξακολουθούμε να επενδύουμε σε νέες υπηρεσίες και περιοχές, όπως είναι η ψηφιακή μεταμόρφωση, η υποστήριξη νέων επιχειρηματικών πρακτικών και η διαχείριση κρίσης. Επίκεντρο αποτελούν οι άνθρωποί μας και η ανάπτυξή τους, δίνοντας επίσης βαρύτητα στην πρόσληψη νέων ταλέντων που στηρίζουν το όραμά μας με θέληση για εξέλιξη. Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο της κρίσης η αύξηση του αριθμού των εργαζομένων μας ξεπέρασε το 30%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ