Νίκος Μαραντζίδης* ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ*

Εχουν άδικο σε όλα οι λαϊκιστές;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ι ευρωπαϊκές ελίτ αντιμετωπίζουν την άνοδο του λαϊκισμού με αμηχανία και νευρικότητα. Η πρωτιά του Κινήματος των 5 Αστέρων (M5S) στην Ιταλία, με το εντυπωσιακό 32%, αιφνιδίασε πολλούς. Μάλιστα, το ποσοστό του κόμματος ήταν υψηλότερο στις φτωχές περιοχές της χώρας. Στον ιταλικό Νότο, στην Πούλια, στην Καλαβρία, στη Σαρδηνία και στη Σικελία, όπου το κατά κεφαλήν ΑΕΠ βρίσκεται στο 60-70% της Ε.Ε. και η διαφθορά ξεχειλίζει, το Μ5S σάρωσε κερδίζοντας 40-50% των ψήφων. Ανάμεσα στους νέους το Μ5S ξεπέρασε το 40%.

Εντέλει, το επώδυνο ερώτημα αναδύεται: έχουν άδικο σε όλα οι λαϊκιστές; Εχουν τρελαθεί οι πολίτες και ψηφίζουν «παλαβά» κόμματα ή μήπως μερικά πράγματα πάνε όντως στραβά; Συμφωνώ, ο λαϊκισμός έχει όλα τα κακά του κόσμου. Στηρίζεται σε αφελή σχήματα και ψευδείς προσλήψεις της πραγματικότητας, γεμάτες θεωρίες συνωμοσίας και φθόνο. Αγνοεί σύνθετες διεθνείς πραγματικότητες και επιστημονικές παραδοχές. Οι περισσότερες από τις λύσεις που προτείνει είναι για τα σκουπίδια, όταν δεν είναι για γέλια, και γι’ αυτό η «κωλοτούμπα» που ακολουθεί την επιτυχία του είναι προβλέψιμη.

Αν μείνουμε όμως στα παραπάνω, τότε δεν καταλάβαμε πολλά. Η ζήτηση για λαϊκισμό τα τελευταία χρόνια σχετίζεται, πέρα από την οικονομική κρίση, και με τον θυμό των πολιτών για τη διαφθορά και τις άλλες παθογένειες της πολιτικής ζωής. Οι πολίτες είναι πεισμένοι πως η πολιτική είναι ένα «club privé» με ακριβό εισιτήριο εισόδου. Ιδιαίτερα στη νότια και στην ανατολική Ευρώπη το πολιτικό σύστημα λειτουργεί ως μια ολιγοπωλιακή αγορά, ένα κλαμπ για ελίτ που σε μεγάλο βαθμό αξιοποιούν τα «δίκτυά» τους και διαμορφώνουν σχέσεις διαπλοκής νόμιμες, παράνομες ή και τα δύο.

Στην Ιταλία (όπως και στην Ελλάδα) ακούς, χρόνια τώρα, ιστορίες για τη μικρή ή μεγάλη διαφθορά των πολιτικών. Για διορισμούς συγγενών στα πολιτικά γραφεία. Για αναρίθμητες ευνοϊκές ρυθμίσεις που οι πολιτικοί προωθούν για τους εαυτούς τους ή τους φίλους τους (βλέπε, π.χ, την επιδότηση ενοικίου για υπουργούς και βουλευτές).

Για σακούλες γεμάτες χαρτονομίσματα των 500 ευρώ που προορίζονται για πολιτικούς ή φίλους τους. Για εξωφρενικά ακριβές πολιτικές καμπάνιες με άγνωστους χρηματοδότες. Για πολυτελείς εξοχικές κατοικίες πολιτικών αγορασμένες «κατά σύμπτωση» δίπλα σε κατοικίες βιομηχάνων. Δεν είναι απαραίτητο να είναι όλα αλήθεια. Δεν είναι όμως όλα ψέματα.

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται βέβαια στον ευρωπαϊκό Νότο. Στη μετακομμουνιστική Ευρώπη το πράγμα έχει ξεχειλώσει.

Ο Τσέχος πολιτικός επιστήμονας Μίκαλ Κλίμα στο νέο του βιβλίο «Από τον ολοκληρωτισμό στην ελαττωματική δημοκρατία: η ιδιωτικοποίηση και αποικιοποίηση των κομμάτων από αδιαφανείς επιχειρήσεις» υποστηρίζει πως η τσεχική δημοκρατία είναι βαθιά διεφθαρμένη και τα κόμματά της ιδιαίτερα σε περιφερειακό επίπεδο έχουν κυριευθεί από «νονούς» που εκμεταλλεύονται το χρήμα της Ε.Ε. Η διαίρεση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς είναι πλέον απλώς ένα «λούστρο».

Ας κάνουμε λοιπόν μια ειλικρινή παραδοχή: Οι λαϊκιστές επισημαίνουν προβλήματα που απασχολούν την κοινή γνώμη και το καθιερωμένο πολιτικό σύστημα προσπερνά εύκολα ή, ακόμη χειρότερα, κάποιες φορές δείχνει να ανέχεται. Απλώς, οι λαϊκιστές το κάνουν με λάθος τρόπο και προς τη λάθος κατεύθυνση. Οι υπόλοιποι όμως δεν μπορούμε να μη βλέπουμε τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο.

Το πρόβλημα της διαφθοράς δεν έχει μόνο ηθική και συμβολική σημασία. Κάνει τη ζωή των πολιτών δυσκολότερη και ακριβότερη και μεγαλώνει τις ανισότητες. Αν σε κάθε δημόσιο έργο το 5%-7% πάει σε μίζες πολιτικών (όπως πρόσφατα ειπώθηκε) τότε καταλαβαίνουμε πώς εκτοξεύεται το κόστος.

Επείγει λοιπόν να δράσουμε. Επείγει η Δημοκρατία να μειώσει το κόστος λειτουργίας της και να περιοριστούν οι προκλητικές αποζημιώσεις και άλλες διευκολύνσεις σε υπουργούς, βουλευτές και συμβούλους. Επείγει να απαγορευτεί η πρόσβαση στην κρατική χρηματοδότηση στα κόμματα που έχουν ιδιωτικές πηγές χρηματοδότησης, έστω και νόμιμες. Οποιος θέλει ιδιωτική υποστήριξη να μην μπορεί να έχει πρόσβαση στο δημόσιο χρήμα.

Το ίδιο να ισχύει για τους βουλευτές. Οποιος θέλει να έχει ιδιωτικές χορηγίες δεν θα πρέπει να λαμβάνει κρατική αποζημίωση. Επείγει επίσης να απαγορευτεί η πρόσληψη ή απόσπαση συγγενών πρώτου ή δευτέρου βαθμού στα βουλευτικά γραφεία. Οποιος χρησιμοποιεί δημόσιους πόρους για προσλήψεις θα πρέπει να το κάνει μόνο μέσω ΑΣΕΠ ή άλλης ανεξάρτητης αρχής. Αλλιώς ας πληρώνει ο ίδιος, όχι οι φορολογούμενοι.

Ο περιορισμός του κόστους δεν αφορά μόνο το δημόσιο χρήμα. Πρέπει να μειωθεί και το κόστος της ιδιωτικής χρηματοδότησης. Στην Ελλάδα, αυτό είναι εφικτό εφόσον μικρύνουν δραματικά οι μεγάλες εκλογικές περιφέρειες ή καταργηθεί, μερικώς έστω, ο σταυρός προτίμησης. Δεν αρκούν όμως αυτά. Πρέπει να τεθεί το ζήτημα του περιορισμού των θητειών των υπουργών και των βουλευτών.

Πόσες γόνιμες θητείες μπορεί να έχει ένας μέσος βουλευτής στη ζωή του; Δύο; Τρεις; Σίγουρα όχι πολύ παραπάνω. Βρίσκω πως ένας τέτοιος περιορισμός είναι καλή ιδέα. Στο κάτω κάτω, η ζωή δεν τελειώνει με την πολιτική.

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ