ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σταδιακή έξοδο από την ποσοτική χαλάρωση δείχνει ο Μ. Ντράγκι

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΠΕΡΝΑΡΑΚΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με αυτοσυγκράτηση θα χειριστεί το θέμα της εξόδου από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης ο Μάριο Ντράγκι, ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, παρακολουθώντας στενά την πορεία του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη. Οπως είχε χαρακτηριστικά πει στα μέσα της εβδομάδας, σε συνέδριο που έγινε στη Φρανκφούρτη, «υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη προϋπόθεση, βάσει της οποίας θα ολοκληρώσουμε το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, και αυτή δεν είναι άλλη από την αταλάντευτη πορεία του πληθωρισμού προς τον επίσημο στόχο, γι’ αυτό χρειάζεται να οπλιστούμε με υπομονή, επιμονή και σύνεση». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο ανώτατος οικονομολόγος της ΕΚΤ Πέτερ Πράετ.

Απόκλιση

Επί πολλά χρόνια, στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός αποκλίνει από τον στόχο του σχεδόν 2%. Τον Φεβρουάριο, για παράδειγμα, διαμορφώθηκε στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 14 μηνών. Η ανάπτυξη της Ευρωζώνης επί μία πενταετία και η πτώση της ανεργίας δείχνουν ότι ο πληθωρισμός θα αναθερμανθεί.

Ωστόσο, θα χρειαστεί αρκετός καιρός ακόμη έως ότου συμβεί κάτι τέτοιο. Οσο το ευρώ ενδυναμώνεται προς το δολάριο δημιουργούνται εμπόδια. Η ΕΚΤ προβλέπει ότι τη φετινή χρονιά ο Δείκτης Τιμών θα παραμείνει στο 1,5% και θα υποχωρήσει στο 1,4% το 2018, ενώ ακόμη και το 2020 δεν αναμένεται να υπερβεί το 1,7%. Η ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα φθάσει φέτος το 2,4% από το 2,3%, όπως ήταν κατά την πρόβλεψη του Δεκεμβρίου, ενώ το 2019 θα ενισχυθεί στο 1,9% και θα περισταλεί στο 1,7% το 2020.

Οπως είχε δηλώσει προηγουμένως ο Μάριο Ντράγκι, «οι προοπτικές της ανάπτυξης ενισχύουν την πεποίθησή μας πως ο πληθωρισμός τείνει προς τον στόχο, αν και οι σχετικές πιέσεις είναι περιορισμένες. Μας δόθηκε η εντολή για τη σταθερότητα των τιμών, αλλά δεν την έχουμε επιτύχει ακόμη». Πάντως, πριν από λίγες ημέρες η Τράπεζα απέσυρε τη δέσμευσή της για αύξηση στο ύψος των αγορών τίτλων αν επιδεινωθούν οι οικονομικές προοπτικές. Ουσιαστικά, επρόκειτο για συμβολικό βήμα προς τον τερματισμό της ποσοτικής χαλάρωσης.

Πέραν τούτου, σύμφωνα με ειδικούς αναλυτές, άλλοι παράγοντες που μπορούν να κάνουν επιφυλακτικό τον Μάριο Ντράγκι και τα μέλη του Δ.Σ. της ΕΚΤ εν γένει ως προς τη λήξη του προγράμματος είναι ο επαπειλούμενος εμπορικός πόλεμος με τις ΗΠΑ, η μετεκλογική αβεβαιότητα στην Ιταλία και η μείωση των τιμών μετοχών των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ο Ιβ Μερς, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, σε συνέντευξή του σε εφημερίδα του Λουξεμβούργου τόνισε ότι «οι διενέξεις δεν ευνοούν την ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας», αναφερόμενος στους αμερικανικούς δασμούς.

Τέλος, ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Βίτορ Κονστάνσιο επέστησε την προσοχή στο ότι η Ευρωζώνη δεν θα μείνει στο απυρόβλητο εάν ξεσπάσει μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση. «Οι δραστικές αυξομειώσεις των χρηματιστηριακών δεικτών στις ΗΠΑ τον Φεβρουάριο φανερώνουν πόσο εύκολα και γρήγορα αλλάζει το κλίμα – και αυτό οι παράγοντες των αγορών πρέπει να το γνωρίζουν πολύ καλά», ανέφερε.

Αυστηρές οι συστάσεις της ΕΚΤ στις τράπεζες για τα κόκκινα δάνεια

Στη διάρκεια της εβδομάδας, η ΕΚΤ ανακοίνωσε τις κατευθυντήριες γραμμές της προς τις τράπεζες της Ευρωζώνης για τη θωράκισή τους από τυχόν ζημίες αντιμετωπίσουν στο μέλλον εξαιτίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Εχει προηγηθεί η πρώτη προσπάθεια της ΕΚΤ, προ πέντε μηνών, αλλά τότε η Τράπεζα αναγκάστηκε σε αναδίπλωση καθώς προσέκρουσε στις αντιδράσεις τραπεζικών κύκλων και χωρών της Ευρωζώνης, με προεξάρχουσα την Ιταλία. Οι ιταλικές τράπεζες βαρύνονται με περίπου το 25% των κόκκινων δανείων, ύψους 800 δισ. ευρώ. Με την Ιταλία είχε συνταχθεί τότε και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ετσι, οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΚΤ, που αφορούν μόνον όσα δάνεια θεωρηθούν μη εξυπηρετούμενα από 1ης Απριλίου και μετά, είναι ηπιότερες από την πρώτη τους εκδοχή. Οι τράπεζες της Ευρωζώνης πρέπει να έχουν καλύψει πλήρως μέσω προβλέψεων τα κόκκινα δάνεια χωρίς εξασφαλίσεις μέσα σε χρονικό διάστημα δύο ετών. Σε ό,τι αφορά τα ενυπόθηκα δάνεια ή δάνεια με άλλες εξασφαλίσεις, η ΕΚΤ δίνει στις τράπεζες προθεσμία επτά ετών για να τα καλύψεων μέσω προβλέψεων. Οι κατευθυντήριες γραμμές της χαρακτηρίστηκαν έτσι αυστηρές, καθώς μία ημέρα νωρίτερα η Κομισιόν είχε παρουσιάσει νομοθετικές προτάσεις για τις τράπεζες όλης της Ε.Ε., δίνοντάς τους οκτώ χρόνια για να καλύψουν με προβλέψεις τις ζημίες από τα ενυπόθηκα κόκκινα δάνεια.

Οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΚΤ δίνουν, πάντως, στις τράπεζες περιθώριο τριών ετών για να συμμορφωθούν, καθώς θα αρχίσει τους ελέγχους από το 2021 και μετά. Στη νέα εκδοχή τους η ΕΚΤ τονίζει πως οι κατευθυντήριες γραμμές δεν είναι δεσμευτικές αλλά αποτελούν «βάση» για ανταλλαγή απόψεων τόσο με τις ίδιες τις τράπεζες της Ευρωζώνης όσο και με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό τραπεζών (SSM). Παραλείπει, άλλωστε, απαίτηση που είχε συμπεριλάβει στην αρχική εκδοχή ότι οι τράπεζες οφείλουν να συμμορφωθούν με τις κατευθυντήριες γραμμές της διαφορετικά θα πρέπει να εξηγήσουν τους λόγους της απείθειας.

Τώρα αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια στις τράπεζες, επιτρέποντάς τους να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι οι κατευθυντήριες γραμμές της δεν πρέπει να εφαρμοσθούν στην περίπτωσή τους. «Οι διορθώσεις καταδεικνύουν πως είχαμε δίκιο», σχολίασε ο Ιταλός ευρωβουλευτής Ρομπέρτο Γιουαλτιέρι, ο οποίος χαρακτήρισε θετικό βήμα ότι οι τράπεζες δεν οφείλουν να αποδείξουν για ποιο λόγο δεν αρμόζουν στην περίπτωσή τους οι κανόνες της ΕΚΤ. Ικανοποίηση εξέφρασε, άλλωστε, και ο Αντόνιο Ταγιάνι, ο Ιταλός πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που τόνισε πως «το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανάγκασε τους γραφειοκράτες της ΕΚΤ να κάνουν ένα βήμα πίσω».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ