ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συγκρατημένα αισιόδοξοι οι τραπεζίτες, νευρικές οι αγορές ενόψει στρες τεστ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

Οι επιτελείς των τραπεζών βρίσκονται σε συνεχείς επαφές και διαβουλεύσεις με τον SSM και την ΕΚΤ και συμπληρώνουν τις λίστες με τα στοιχεία που ζητούν οι εποπτικές αρχές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μπορεί οι διοικήσεις των τραπεζών αλλά και πολλοί αναλυτές να εκφράζουν τη συγκρατημένη αισιοδοξία τους για την έκβαση του stress test της ΕΚΤ, ωστόσο όσο πλησιάζει η ώρα της κρίσεως τόσο αυξάνονται η ανησυχία και η αβεβαιότητα για το τελικό αποτέλεσμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μετοχές των τραπεζών υποχώρησαν την περασμένη Παρασκευή για 8η συνεχόμενη συνεδρίαση, με τον δείκτη του κλάδου να σημειώνει απώλειες άνω του 13%.

Οι επιτελείς των τραπεζών βρίσκονται σε συνεχείς επαφές και διαβουλεύσεις με τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (SSM) και την ΕΚΤ, και συμπληρώνουν τις ατελείωτες λίστες με τα στοιχεία που ζητούν οι εποπτικές αρχές. Σε πολύ λίγες ημέρες, τη Δευτέρα 2 Απριλίου, οι εγχώριες τράπεζες θα καταθέσουν το τελευταίο σετ στοιχείων οριστικοποιώντας τη διαδικασία και θα ακολουθήσουν λίγες εβδομάδες αγωνίας, καθώς στις αρχές Μαΐου αναμένεται να ανακοινωθούν τα αποτελέσματα για το αν χρειάζονται ή όχι πρόσθετα κεφάλαια οι εγχώριες τράπεζες και, αν ναι, ποιες.

Οι περισσότεροι αναλυτές εμφανίζονται αισιόδοξοι ότι το stress test θα ολοκληρωθεί χωρίς νέες περιπέτειες για τις τράπεζες. Εκτιμούν ότι δεν θα προκύψουν κεφαλαιακές ανάγκες ενώ ακόμα και αν σε κάποιες περιπτώσεις υπάρξει ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης θα είναι μικρή και θα καλυφθεί άνετα από την αγορά. Την άποψη αυτή συμμερίζονται και οι επιτελείς των εγχώριων τραπεζών υπογραμμίζοντας τη βελτίωση της οικονομίας, τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και κυρίως το ηπιότερο πλαίσιο μακροοικονομικών παραδοχών της ΕΚΤ με βάση τις οποίες θα «τρέξει» το stress test.

Δεν είναι όμως όλοι στην ίδια όχθη. Η Bank of America Merrill Lynch σε έκθεσή της εμφανίστηκε επιφυλακτική για τις εγχώριες τράπεζες, υπονοώντας ότι το ερώτημα δεν είναι αν θα χρειαστούν νέα κεφάλαια οι ελληνικές τράπεζες αλλά αν αυτό γίνει τώρα μέσω του stress test ή αργότερα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αμερικανική τράπεζα αναφέρει ότι η πίεση λόγω των stress tests είναι μικρότερη, ωστόσο εκτιμά ότι είναι πιθανό να υπάρξει πολιτική βούληση για την κεφαλαιακή ενίσχυση των ελληνικών τραπεζών ενόψει της εξόδου της Ελλάδας από το πρόγραμμα χρηματοδότησης. Στην κατεύθυνση αυτή, ορισμένες πλευρές υποστηρίζουν ότι δεδομένου του ύψους των μη εξυπηρετούμενων δανείων, θα πρέπει να αξιοποιηθούν τα 10 δισ. ευρώ του τρέχοντος προγράμματος που είχαν προβλεφθεί για τις τράπεζες και δεν χρησιμοποιήθηκαν. Οπως αναφέρουν, με την κεφαλαιακή ενίσχυση οι τράπεζες θα μπορέσουν να προχωρήσουν πολύ πιο γρήγορα στη μείωση των κόκκινων δανείων, εξυγιαίνοντας τους ισολογισμούς τους, γεγονός που θα τις επιτρέψει να κινηθούν πολύ πιο δυναμικά στη χορήγηση νέων δανείων. «Μια νέα ανακεφαλαιοποίηση θα είναι κακή για τους μετόχους των τραπεζών αλλά καλή για τις τράπεζες και την οικονομία», σημειώνουν.

Στην πραγματικότητα όμως μια νέα, μεγάλη, ανακεφαλαιοποίηση θα έχει πολλές και σοβαρές επιπτώσεις. Πέραν των μετόχων –οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν διοχετεύσει στις τράπεζες πολλά χρήματα ποντάροντας στην ανάκαμψη της Ελλάδας–, μια νέα ανακεφαλαιοποίηση θα επηρέαζε αρνητικά την ψυχολογία, θα επανέφερε την αβεβαιότητα, θα έπληττε τις καταθέσεις, περιορίζοντας τελικά την ανάκαμψη της οικονομίας. Την προσέγγιση αυτή συμμερίζεται και η κυβέρνηση, θεωρώντας ότι μια νέα ανακεφαλαιοποίηση, πέραν των παραπάνω, θα δημιουργούσε εμπόδια στην προσπάθεια «καθαρής» εξόδου, που αποτελεί κεντρικό στόχο. Ζητήματα θα ανέκυπταν πιθανότατα και για την ΕΚΤ και το πώς προέκυψαν νέες κεφαλαιακές ανάγκες, δεδομένου ότι από το 2015, που πραγματοποιήθηκε το προηγούμενο stress test, οι συνθήκες έχουν βελτιωθεί δραστικά τόσο για τις τράπεζες όσο και για την οικονομία.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ