ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Το πιθανότερο σενάριο είναι η καθαρή έξοδος»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

Θέμης Θεμιστοκλέους, επικεφαλής του ευρωπαϊκού γραφείου επενδύσεων της UBS Wealth Management.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αισιόδοξος για τις προοπτικές της Ελλάδας και των εγχώριων τραπεζών, αλλά και για τα αποτελέσματα του stress test, εμφανίζεται σε συνέντευξή του στην «Κ» ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού γραφείου επενδύσεων της UBS Wealth Management, Θέμης Θεμιστοκλέους. Σημειώνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στον σωστό δρόμο και θεωρεί εφικτή την καθαρή έξοδο, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστούν η δημοσιονομική πειθαρχία και η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων.

– Πώς βλέπετε  την κατάσταση στην Ελλάδα και τις προοπτικές της οικονομίας;

– Αν δείτε τα οικονομικά στοιχεία, είναι ξεκάθαρο ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πορεία ανάκαμψης. Αναμένουμε ότι το 2018 η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό +2,8% και το 2019 με +2,9%. Πολλοί αναρωτιούνται πώς η Ελλάδα θα επιτύχει τόσο υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η δική μου ερώτηση είναι γιατί η Ελλάδα να μην κινηθεί με ακόμα υψηλότερους ρυθμούς; Δεδομένης της μεγάλης συρρίκνωσης του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια και της μεγάλης διάρκειας της κρίσης, δικαιολογείται μια ισχυρή ανάκαμψη. Η κατανάλωση έχει μειωθεί δραστικά παντού και από τη στιγμή που η κατάσταση βελτιώνεται και η ανεργία μειώνεται, θα δούμε μια τάση ανάκτησης της υστέρησης των τελευταίων ετών. Από τη στιγμή που έχεις δουλειά, που βγάζεις έστω και λίγα χρήματα, τότε σπεύδεις να αναπληρώσεις το χαμένο έδαφος. Ετσι, ιστορικά, η ανάκαμψη τείνει να είναι πιο έντονη όταν έχει προηγηθεί μακρά και βαθιά ύφεση. Εμπόδιο στην επιτάχυνση των ρυθμών ανάκαμψης είναι ότι δεν υπάρχει επαρκής πίστωση, καθώς οι τράπεζες εξακολουθούν να βρίσκονται υπό πίεση λόγω των κόκκινων δανείων. 

– Στην Ελλάδα υπάρχει μια συζήτηση για τη σκοπιμότητα μεταξύ καθαρής εξόδου και πιστωτικής γραμμής. Ποια είναι η γνώμη σας;

– Εκτιμάμε ότι το πιθανότερο σενάριο είναι η καθαρή έξοδος. Η Ελλάδα βρίσκεται σε καλό δρόμο και έως τον προσεχή Αύγουστο μπορεί να δημιουργήσει ένα κεφαλαιακό απόθεμα το οποίο θα υποστηρίξει την πορεία της χώρας χωρίς πρόγραμμα χρηματοδότησης. Η αίσθησή μου είναι ότι και οι Ευρωπαίοι εταίροι υποστηρίζουν αυτή την προοπτική. Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα γίνει με το χρέος και πώς θα αντιμετωπιστεί το ζήτημα της εξυπηρέτησής του. Πιστεύω ότι η συμφωνία για το χρέος θα αφορά τους όρους εξυπηρέτησης και είναι βέβαιο ότι η όποια σχετική συμφωνία θα συνοδευθεί από όρους και υποχρεώσεις της Ελλάδας προς τους διεθνείς πιστωτές.

– Ποιες είναι οι προϋποθέσεις, τι πρέπει να κάνει η χώρα για να αναβαθμιστεί στο επίπεδο του investment grade;

– Υπάρχει ακόμα πολύ δρόμος για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Το ζήτημα του χρέους είναι πολύ σοβαρό και περιορίζει τα σχετικά περιθώρια. Το κρίσιμο για την Ελλάδα είναι να συνεχίσει τη δημοσιονομική πειθαρχία και τις μεταρρυθμίσεις, ώστε να παγιωθεί και να ενισχυθεί η ανάκαμψη. Το χειρότερο σενάριο για την Ελλάδα θα ήταν να πετύχει μια καθαρή έξοδο και μετά να αρχίσει το ξήλωμα των μεταρρυθμίσεων και να αρχίσουν παροχές, κινήσεις που θα είχαν άμεσες και σοβαρότατες επιπτώσεις. 

– Ποια είναι η εκτίμησή σας για το stress test,  θα χρειαστούν πρόσθετα κεφάλαια οι ελληνικές τράπεζες;

– Εκτιμάμε ότι  οι ελληνικές τράπεζες δεν θα χρειαστούν πρόσθετα κεφάλαια. Με βάση την πορεία της οικονομίας, την πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αλλά και τη μεθοδολογία της ΕΚΤ, είναι αρκετά πιθανόν να μην προκύψουν κεφαλαιακές ανάγκες. Ωστόσο, αυτό είναι μια εκτίμηση. Το τελευταίο λόγο τον έχει ο επόπτης, δηλαδή η ΕΚΤ. Οι τρέχουσες χαμηλές αποτιμήσεις των τραπεζών αποτυπώνουν την ανησυχία για το ενδεχόμενο νέας ανακεφαλαιοποίησης.

– Ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ελλάδα και τις τράπεζες;

– Πιστεύω ότι ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο για την Ελλάδα και την ανάκαμψη της οικονομίας είναι το ποια θα είναι η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας. Αν η παγκόσμια οικονομία εισέλθει σε περίοδο ύφεσης, αυτό θα έχει αντίκτυπο στην Ευρώπη και θα επηρεάσει την Ελλάδα, πυροδοτώντας νέες πιέσεις, νέα ύφεση, κάτι που θα έχει επιπτώσεις στις τράπεζες.  
 
– Υπάρχει κίνδυνος ύφεσης; 

– Η γενική εικόνα παραμένει θετική. Τα οικονομικά δεδομένα σε ΗΠΑ και Ευρώπη, Κίνα, Ιαπωνία παραμένουν ισχυρά και υγιή. Θεωρητικά, ο οικονομικός κύκλος διαρκεί περίπου 8 έτη, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αυτομάτως μετά την οκταετία έχουμε ύφεση. Αν κοιτάξουμε την πορεία της αμερικανικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, θα δούμε ότι ήταν μια πολύ σταδιακή ανάκαμψη. Συνήθως, όταν οι ΗΠΑ εξέρχονται από μια ύφεση, η οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμό 4% με 4,5%, ενώ αυτή τη φορά αναπτύσσεται με ετήσιο ρυθμό κοντά 2%. Είναι μια πολύ σταδιακή ανάκαμψη και μπορεί να έχει μεγαλύτερη διάρκεια.

– Τα προηγούμενα χρόνια υπήρχε ανησυχία για το μέλλον του ευρώ και πολλοί ειδικοί αμφισβήτησαν τη βιωσιμότητα του ενιαίου νομίσματος. Ποια είναι η εικόνα σήμερα; 

– Ο πρόεδρος της ΕΚΤ έκανε καταπληκτική δουλειά, ορθώνοντας το ανάστημα της κεντρικής τράπεζας και δηλώνοντας πως θα γίνει ό,τι χρειαστεί για την προστασία του ευρώ. Παράλληλα, και σε θεσμικό επίπεδο υπήρξε μεγάλη πρόοδος, με τη δημιουργία μηχανισμών όπως ο ESM, που βοηθούν χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Η ανησυχία έχει ξεπεραστεί, αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι ο κίνδυνος έχει εκλείψει. Η Ιταλία θα μπορούσε να αναζωπυρώσει την ανησυχία για το ευρώ αν υπάρξουν σχετικές πολιτικές εξελίξεις. Μακροπρόθεσμα, η Ευρώπη έχει τρεις επιλογές: να συνεχίσει λίγο πολύ τη μέχρι τώρα πορεία, αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα που δημιουργεί το γεγονός ότι υπάρχει μια νομισματική ένωση χωρίς κοινή δημοσιονομική πολιτική. Η δεύτερη είναι να επιταχύνει τις διαδικασίες ενοποίησης και να γίνουν βήματα προς την κοινή δημοσιονομική πολιτική, και η τρίτη επιλογή είναι το διαζύγιο, η διάλυση του ευρώ, που δεν νομίζω ότι το θέλει κανένας.

– Γιατί υπάρχει αυτή η δυσαρέσκεια για το ευρώ σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες;

– H κοινή ευρωπαϊκή αγορά είναι μια πολύ μεγάλη αγορά, μεγαλύτερη από αυτή των ΗΠΑ και έχει βοηθήσει να αναπτυχθούν πολλές εταιρείες και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Τα τελευταία 30 χρόνια, πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν βρεθεί μεταξύ των μεγαλύτερων εταιρειών παγκοσμίως και αυτό οφείλεται στην ενιαία αγορά. Eνας παράγοντας για τη δυσαρέσκεια των πολιτών είναι ότι οι πολιτικοί, αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της εποχής, φορτώνουν τα προβλήματα στο ευρώ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ