ΕΛΛΑΔΑ

Σεξουαλική παρενόχληση α λα ελληνικά

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πρόσφατη έξαρση του κινήματος #MeToo επισφράγισε ότι το κύρος που η γυναίκα έχει κατακτήσει μετασχηματίζεται πλέον σε όπλο κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης, οδηγώντας την επαγγελματική σταδιοδρομία ακόμη και κορυφαίων ανδρών σε πρόωρο τέλος. Αυτή η μεταβολή εκδηλώθηκε στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο, ώριμες μητροπόλεις του καπιταλισμού και της παγκοσμιοποίησης, όπου η επικράτηση του φεμινισμού συνδυάζεται με την ευρωστία του κράτους δικαίου.

Η ίδια τάση εμφανίστηκε ελάχιστα στο Παρίσι, όπου η Κατρίν Ντενέβ και άλλες επιφανείς Γαλλίδες κράτησαν αποστάσεις με άρθρο στην εφημερίδα Le Monde. Η Αθήνα επέλεξε την εύγλωττη σιωπή. Εν τούτοις, η ανδρική επιβολή εκδηλώνεται κατά κόρον στην Ελλάδα (και) μέσα από τη σεξουαλική παρενόχληση, όπως ομολογεί το 65,2% των ερωτώμενων. Το 40% των γυναικών, αλλά και το 11,3% των αντρών δηλώνουν θύματα.

Σε χώρους εργασίας

Οι επιθέσεις έχουν σημειωθεί τόσο εντός όσο και εκτός των χώρων εργασίας. Ο θύτης είναι άγνωστο πρόσωπο (42,4%), προϊστάμενος ή ανώτερο στέλεχος (34,1%), φίλος ή γνωστός (22%) ή συνάδελφος (20,1%). Επιπλέον, ένας στους δεκατρείς (7,8%) ομολογεί ότι έχει υποστεί σεξουαλική παρενόχληση από συγγενή του. Η φύση των ερωτήσεων αυτών αποτρέπει τις ειλικρινείς απαντήσεις, οπότε οι ειδικοί θεωρούν ότι τα πραγματικά ποσοστά μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερα.

Η σεξουαλική παρενόχληση είναι περισσότερο ένα φαινόμενο βίας, παρά ελευθεριότητας. Ισως γι’ αυτό μια κοινωνία τόσο εθισμένη στις ποικίλες μορφές βίας χαμηλής έντασης όσο είναι η ελληνική να το εκλαμβάνει ακόμα και ως κάτι αναμενόμενο, αν όχι φυσιολογικό. Αναγνωρίζεται όμως ως επιβεβαίωση του ισχυρότερου μέσα από την προσβολή της αξιοπρέπειας και την παραβίαση της αυτονομίας και των δικαιωμάτων του ασθενέστερου.

Η εξοικείωση με τη βία εντάσσεται στο πεδίο των αρχαϊσμών της ελληνικής κοινωνίας, που ενισχύονται σήμερα, ίσως ως αντίβαρο στην απόφασή μας για την αλλαγή νοοτροπίας στο οικονομικό πεδίο. Κατά συνέπεια, ο κοινωνικός συντηρητισμός έχει έντονα ενισχυθεί. Για παράδειγμα, η αποδοχή των μεταναστών έχει σχεδόν εκμηδενιστεί. Οι εννέα στους δέκα πιστεύουν ότι ο αριθμός των μεταναστών είναι υπερβολικά μεγάλος. Το 35,3% θεωρεί ότι τα παιδιά των μεταναστών δεν πρέπει να γίνονται σημαιοφόροι και το 34% ότι δεν πρέπει να αποκτούν την ελληνική υπηκοότητα. Για το 72,1% οι μετανάστες ευθύνονται για την αύξηση της εγκληματικότητας και για το 65,4% για την αύξηση της ανεργίας.

Η πλειονότητα χαρακτηρίζεται επίσης από μια αυξανόμενη άρνηση να αποδεχθεί και να αναγνωρίσει την αρχή της ισότητας των δικαιωμάτων ανεξάρτητα από τον ερωτικό προσανατολισμό. Σχεδόν οι έξι στους δέκα Ελληνες (57,4% από 47,7% πέρυσι) διαφωνούν με τους γάμους ομόφυλων ζευγαριών, το 79,6% διαφωνεί με την τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια και το 53,6% διαφωνεί με τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Σε ό,τι αφορά τη νομιμοποίηση της ινδικής κάνναβης για προσωπική χρήση, το 73,7% διαφωνεί. Ωστόσο, οι οκτώ στους δέκα (80,3%) συμφωνούν όταν πρόκειται για ιατρική χρήση.

Οι Ελληνες διχάζονται σε ό,τι αφορά τους Εβραίους, αφού το 38,9% θεωρεί ότι αντιπροσωπεύουν το «καλό» και το 37,4% ότι εκφράζουν το «κακό». Την ίδια ώρα, ένας στους πέντε (21,9%) ομολογεί ότι δεν έχει διαβάσει κανένα βιβλίο τους τελευταίους δώδεκα μήνες. Ενδεικτικό της παρείσφρησης στοιχείων ολοκληρωτισμού στο συλλογικό ασυνείδητο είναι πως 49,8% συμφωνούν με την επαναφορά της θανατικής ποινής (από 38,8%). Σε όλα τα παραπάνω ταιριάζει αντί επιλόγου ένα σχόλιο του φιλοσόφου Στέλιου Ράμφου, που διατύπωσε στο πρόσφατο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών όταν έλαβε γνώση κάποιων από τα ευρήματα της έρευνας. «Η Ελλάδα έχει έναν τρόπο σκέψης και αισθήματος, που είναι κυριαρχικά παραδοσιακός. Είναι μέχρι το μεδούλι συντηρητική χώρα και δεν βρίσκει συντελεστές ασφαλείας ισχυρότερους από εκείνους που προσφέρει η παράδοση». Προφανώς η παρατήρηση αυτή είναι οξυδερκής. Μπορούμε όμως να προσβλέπουμε στην εθνική μας έφεση στις αντιφάσεις για να επιτύχουμε την κρίσιμη στιγμή το κατά Ελύτη «άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά». Και αυτό μάλλον αχνοφαίνεται στον ορίζοντα για μία ακόμη φορά, όπως κατέδειξε η παρούσα έρευνα της διαΝΕΟσις.

Ο Θεός και εμείς

Το τελευταίο έτος, ο Θεός διεύρυνε την αποδοχή του μεταξύ των Ελλήνων καθώς η πίστη σε αυτόν ανήλθε στο 84,7% (από 79%). Ο ένας στους δύο Ελληνες προσέρχεται μία-δύο φορές τον μήνα στην εκκλησία (το 13,7% κάθε εβδομάδα). Η ένταξη στην εκκλησιαστική κοινότητα αποτελεί μηχανισμό αλληλεγγύης και αντοχής απέναντι στην κρίση, ιδίως για τα πιο αδύναμα στρώματα, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα μια πιθανή εξήγηση για τη σκλήρυνση των αντιλήψεων σε κοινωνικά θέματα.

Εν τούτοις, η ανέγερση χώρων θρησκευτικής λατρείας μουσουλμάνων ενοχλεί λιγότερους (45,3%) απ’ όσους δεν ενοχλεί (53,7%). Ενας στους τρεις Ελληνες εξακολουθεί να πιστεύει ότι τα ίχνη αερίου στον ουρανό είναι απόδειξη ότι κάποιοι ψεκάζουν τον λαό μας. Βεβαιότητα ότι ψεκάζονται διατηρεί το 31,4% όσων ψήφισαν «Οχι» στο δημοψήφισμα, αλλά και το 24,1% όσων ψήφισαν «Ναι», κάτι που επιβεβαιώνει τη βαθύτερη ενότητα της ελληνικής κοινωνίας και διαλύει τον μύθο ότι οι ψηφοφόροι του «Ναι» είναι απαραιτήτως ορθολογιστές. Παρά ταύτα, τα παραπάνω ποσοστά μπορεί να είναι συντηρητικά αν αναλογιστεί κανείς πως 79,3% των Ελλήνων είναι απόλυτα πεπεισμένοι ότι «υπάρχουν μυστικές οργανώσεις από την Ελλάδα και το εξωτερικό που δρουν στο παρασκήνιο και κινούν τα νήματα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ