ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ενα εικοσιτετράωρο με τον ποιητή Αργύρη Παλούκα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

«Θυμάμαι μια σκηνή: εγώ με τον πατέρα μου στη βάρκα του, λίγο έξω από το λιμάνι της Ερμιόνης [...] Το νερό είναι τόσο καθαρό, έχω σκύψει και βλέπω σχεδόν τον βυθό. Κι έπειτα γυρνάω και βλέπω τον ίδιο τον πατέρα μου, την καλοσύνη του, καθαρή όσο αυτό το πρωινό δίωρο», λέει ο Αργύρης Παλούκας.

05.30-07.30
Αυτό το δίωρο νομίζω ότι μου χαρίζεται ο κόσμος. Τον χειμώνα, που αργεί να ξημερώσει, κάθομαι στο τραπέζι της κουζίνας. Τώρα που έχει φτιάξει ο καιρός ανοίγω το παράθυρο και καπνίζω όρθιος, σκυμμένος έξω. Στην κουζίνα πάλι. Θυμάμαι τους γονείς μου. Τα ερωτόλογα, τις συζητήσεις για τα ψώνια, για το φαγητό της επομένης, τα σχέδιά τους, τον ελληνικό καφέ με μια σταγόνα ούζο μέσα, το αλεύρι στα χέρια της μάνας μου. Πιο πολύ όμως θυμάμαι μια σκηνή: εγώ με τον πατέρα μου στη βάρκα του, λίγο έξω από το λιμάνι της Ερμιόνης, η θάλασσα ήσυχη σαν ζώο που κοιμάται, έχουμε δέσει στα δύο τρία μέτρα βάθος. Το νερό είναι τόσο καθαρό, έχω σκύψει και βλέπω σχεδόν τον βυθό. Κι έπειτα γυρνάω και βλέπω τον ίδιο τον πατέρα μου, την καλοσύνη του, καθαρή όσο αυτό το πρωινό δίωρο.

08.30-17.30
Πηγαίνοντας στη δουλειά, τα όνειρα με ακολουθούν σαν τα σκυλιά. Σκέφτομαι σχεδόν καθημερινά τα ίδια πρόσωπα. Για παράδειγμα, τον δάσκαλό μου και φίλο μου ποιητή Γιάννη Κοντό. Κάποτε που του είχα πάει πεσκέσι κάτι κουραμπιέδες που του είχε φτιάξει η μάνα μου, μου είπε ότι τη φαντάζεται στην κουζίνα του πατρικού μου σπιτιού, να ζυμώνει ψωμί, το αλεύρι να έχει γεμίσει το δωμάτιο σαν σύννεφο, εκείνη να κουράζεται και να σκουπίζει τον ιδρώτα στο στήθος της με ένα πανί, και να συνεχίζει. Σκέφτομαι κι άλλα πρόσωπα, μου αρέσει αυτή η ρουτίνα, να σκέφτομαι πρόσωπα και να ευγνωμονώ τη ζωή.

17.30-20.30
Μοιράζω τον χρόνο μου ανάμεσα σε υποχρεώσεις, συναντήσεις με φίλους, τηλεφωνήματα, γυμναστική. Το μεγάλο σχολείο εκείνες τις ώρες είναι η Νέλλη, το σκυλί που έχουμε πάρει από το φιλοζωικό σωματείο της Νίκαιας. Κακοποιημένη σίγουρα, άγνωστο γιατί, άγνωστο από ποιους, ξέρω πως ποτέ δεν θα με υποδεχθεί ρίχνοντάς με κάτω, ούτε θα κουβαλήσει την εφημερίδα και το μπαλάκι. Η καλοσύνη κι η υπομονή της είναι πολύτιμες, μου θυμίζουν ανθρώπους που έχω συναντήσει. Δεν έχουν έπαρση, αλλά ένα σπάνιο είδος ευγένειας. Δεν σε βάζουν στη ζωή τους εύκολα, αλλά δεν την κρύβουν κιόλας. Ποτέ δεν σε κάνουν να αισθανθείς ότι η ζωή τούς χρωστάει.

20.30-00.30
Είναι οι ώρες πριν από το καταφύγιο του ύπνου. Τον χειμώνα, που πέφτει γρηγορότερα το φως, η ησυχία της νύχτας έρχεται συντομότερα. Την άνοιξη και το καλοκαίρι ξεμυαλίζεσαι με τον ουρανό. Παρά την τόση ομορφιά, έρχονται κι αυτοί οι στίχοι, ανήκουν στη Μαρία Λαϊνά:

α, το αστέρι μου έσβησε
έσβησε το μικρό μου λύχνο
και η καρδιά μου έσβησε κι αυτή

ακούω τ’ όνομά μου
πρώτη φορά
καμιά πληγή δεν με φτάνει

(Από το βιβλίο «Μικτή τεχνική», 2012)

Δύσκολες ώρες αλλά και παρήγορες, ότι δεν έχουν χαθεί όλα, ότι πάντα θα υπάρχουν τέτοια φώλια, που λέει και μια ψυχή, τέτοιοι οδηγοί για μια καθαρότερη ζωή, κοντά στις επιθυμίες μας. Ετσι που το βράδυ, όπως και να είσαι, να μην ακούς κανένα μουρμουρητό κάτω από το μαξιλάρι σου την ώρα που ξαπλώνεις για να κοιμηθείς.

​​Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Αργύρη Παλούκα «Ανθρωποι που γελάνε» κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Κριτική. Πέρυσι, ο ποιητής είχε επιλέξει και επιμεληθεί αποσπάσματα από το έργο του Γιώργου Χειμωνά, που είχαν εκδοθεί υπό τον τίτλο «Αγάπη σας ακολασία», επίσης από τις εκδόσεις Κριτική. Οι προηγούμενες συλλογές του είναι: «Θέλω το σώμα μου πίσω» (εκδ. Μεταίχμιο 2011), «Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί» (εκδ. Κέδρος 2009), «Το ξέφτι» (εκδ. Μανδραγόρας 2007).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ