ΕΛΛΑΔΑ

«Η μαμά ελπίζει σε ασφαλέστερο κόσμο»

MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Οι δημοσιογράφοι των New York Times Τζόντι Κάντορ και Μέγκαν Τούχι, στα βραβεία «Γυναίκα της Χρονιάς 2017» του περιοδικού Glamour, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, τον περασμένο Νοέμβριο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πριν από λίγες ημέρες ο Ρόναν Φάροου παρήγγειλε ντελίβερι. Οταν παρέλαβε την παραγγελία του, είδε ότι στο πίσω μέρος της απόδειξης μια κοπέλα είχε γράψει «Ρόναν, είσαι ο ήρωάς μου. Σ’ αγαπώ», υπογράφοντας Nicky #metoo. Τα τηλέφωνα της Τζόντι Κάντορ και της Μέγκαν Τούχι στα γραφεία των New York Times δεν έχουν σταματήσει να χτυπούν, καθώς γυναίκες από κάθε γωνιά της Αμερικής επικοινωνούν μαζί τους για να τους αφηγηθούν τη δική τους ιστορία σεξουαλικής παρενόχλησης ή κακοποίησης.

Τέσσερις μήνες αφότου δημοσιεύθηκε στη νεοϋορκέζικη εφημερίδα το άρθρο των δύο ρεπόρτερ (με τίτλο «Ο Χάρβεϊ Ουάινσταϊν εξαγόραζε για δεκαετίες όσους τον κατηγορούσαν για σεξουαλική παρενόχληση»), ακολουθούμενο από την έρευνα του Φάροου για το περιοδικό The New Yorker (τιτλοφορούνταν «Από το επιθετικό φλερτ στη σεξουαλική επίθεση: Οι κατήγοροι του Χάρβεϊ Ουάινσταϊν αφηγούνται τις ιστορίες τους»), οι τρεις δημοσιογράφοι έχουν εξελιχθεί σε ήρωες του κινήματος κατά της σεξουαλικής παρενόχλησης. Και δικαίως έως έναν βαθμό, χωρίς φυσικά να «κλέβουν» τον σεβασμό και τον θαυμασμό από τα θύματα, που χρειάστηκε να ξεπεράσουν προσωπικούς, κοινωνικούς και επαγγελματικούς περιορισμούς πριν αφηγηθούν επωνύμως περιστατικά που ενοχοποιούσαν μερικά από τα πιο προβεβλημένα στελέχη και πρόσωπα της βιομηχανίας του θεάματος.

Ολα ξεκίνησαν πολλούς μήνες νωρίτερα, στα κεντρικά δύο μεγάλων δημοσιογραφικών οργανισμών των ΗΠΑ. Το φθινόπωρο του 2016, σε μια σύσκεψη στα γραφεία του δικτύου NBC με το οποίο συνεργαζόταν τότε, ο Φάροου πρότεινε να ερευνήσει τους σκελετούς στις χολιγουντιανές ντουλάπες: παιδοφιλία, ρατσισμό και σεξουαλική παρενόχληση. Τα δύο πρώτα απορρίφθηκαν, αλλά ο πρόεδρος του δικτύου Νόα Οπενχάιμερ του είπε, σε ό,τι αφορά την παρενόχληση, πως πριν από κάποιο καιρό η ηθοποιός Ρόουζ Μακ Γκόουαν είχε τουιτάρει κάτι σχετικό και τον παρότρυνε να ασχοληθεί, αν και υπονόησε ότι δεν θα κατάφερνε και πολλά.

Η ένωση των «δύο»

Την ίδια εποχή, οι New York Times είχαν αποφασίσει να ασχοληθούν σοβαρά με την έρευνα και ανάδειξη θεμάτων σεξουαλικής παρενόχλησης. Η 42χρονη Τζόντι Κάντορ, παλιά στην ερευνητική δημοσιογραφία, με μεγάλες επιτυχίες στο ενεργητικό της, αποφάσισε να ενώσει τις δυνάμεις της με τη Μέγκαν Τούχι που κάποιους μήνες νωρίτερα είχε αποκαλύψει τις κατηγορίες για ανάρμοστη συμπεριφορά και παρενόχληση γυναικών εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ. «Κάποιοι τότε μας είπαν “είναι κοινό μυστικό, όλοι στο Χόλιγουντ το ξέρουν εδώ και καιρό”. Μας έλεγαν ότι είμαστε αφελείς και ιδεαλίστριες, ότι θα δημοσιεύαμε την ιστοριούλα μας και η ζωή θα συνεχιζόταν», δήλωσε η Κάντορ στην εκπομπή CBS «This Morning». Τώρα πια όλοι ξέρουμε ότι δεν έγινε έτσι. Τα άρθρα ξεκίνησαν μια χιονοστιβάδα αποκαλύψεων που σάρωσε το Χόλιγουντ, αλλά και τα μέσα ενημέρωσης, τον χώρο της μόδας, της πολιτικής, του αθλητισμού και όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Δέκα μήνες διήρκεσε η έρευνα του Ρόναν Φάροου, στο πλαίσιο της οποίας διεξήγαγε περισσότερες από 300 συνεντεύξεις, ενώ επί τέσσερις μήνες εργάστηκαν νυχθημερόν οι Κάντορ και Τούχι. Είχαν από την αρχή την πλήρη υποστήριξη του δημοσιογραφικού οργανισμού τους, των New York Times, που ρίσκαρε την οργή ενός πανίσχυρου «παίκτη» της βιομηχανίας του θεάματος, με ό,τι συνέπειες θα μπορούσε να έχει αυτό διαφημιστικά, γεγονός που πείσμωνε και εμψύχωνε τις δύο ρεπόρτερ. Αλλη κινητήριος δύναμη και για τις δύο ήταν οι κόρες τους. Οπως παραδέχθηκε σε συνέντευξή της στην αμερικανική έκδοση του περιοδικού Marie Claire, η Μέγκαν Τούχι «το πρωί, προτού φύγω για τη δουλειά, καθόμουν με την κόρη μου, που είναι μωρό ακόμα, και της έλεγα “η μαμά θα πάει στο γραφείο να κάνει κάτι πολύ σημαντικό. Ελπίζει ότι θα κάνει τον κόσμο ένα πιο ασφαλές μέρος για κορίτσια όπως εσύ”». «Πρόκειται για την αρχή κάτι σπουδαίου. Και αυτό μας εμπνέει ως μητέρες, γιατί θέλουμε οι κόρες μας να ξέρουν ότι μπορούν να αντισταθούν σε όσους τις παρενοχλούν», προσέθεσε η Κάντορ στην ίδια συνέντευξη. Για εβδομάδες προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με γνωστές ηθοποιούς, αφιερώνοντας χρόνο να τις πείσουν να μιλήσουν επωνύμως για τη μεταχείριση από τον παραγωγό.

Απειλές και εκβιασμοί

Εκείνους τους μήνες και οι τρεις δημοσιογράφοι δέχθηκαν απειλές, εκβιασμούς, πόλεμο από τους ανθρώπους του Ουάινσταϊν. Ο Φάροου λάμβανε συχνά απειλητικά τηλεφωνήματα, ενώ είχε παρατηρήσει περίεργους ανθρώπους να τον ακολουθούν. Στο τέλος αναγκάστηκε να αλλάξει σπίτι. Οι δημοσιογράφοι των New York Times ξενυχτούσαν στο γραφείο θέλοντας να κάνουν άλλο ένα τηλεφώνημα, να ελέγξουν άλλη μια πηγή και, ακόμη κι όταν επέστρεφαν στο σπίτι, μιλούσαν στο τηλέφωνο ή αντάλλασσαν μηνύματα και μέιλ με τις τελευταίες εξελίξεις. Εφτασαν να βλέπουν τον Ουάινσταϊν στον ύπνο τους. Συναντήθηκαν μαζί του δύο φορές στα κεντρικά της εφημερίδας. Η στάση του ταλαντευόταν ανάμεσα στην άρνηση και στην απολογία, όταν δεν προσπαθούσε μέσω τρίτων να αποτρέψει τη δημοσίευση του άρθρου. Ηταν όμως αποφασισμένες να δώσουν φωνή σε όσους δεν είχαν, όπως έχουν επαναλάβει χαρακτηριστικά σε δηλώσεις τους.

Παράλληλα, προχωρούσε και η έρευνα του Φάροου. Λίγο προτού ολοκληρωθεί, ωστόσο, διαπίστωσε ότι το NBC δεν θα προχωρούσε τελικά στην προβολή του ρεπορτάζ. Χωρίς να χάσει καιρό, πήγε την ιστορία στο περιοδικό The New Yorker που αμέσως κατάλαβε τι θησαυρό είχε στα χέρια του. Ο 30χρονος ρεπόρτερ, που μέχρι τότε ήταν κυρίως γνωστός για τα ακαδημαϊκά του επιτεύγματα –απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Γέιλ, συνεργάτης του Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ στο Καπιτώλιο, σύμβουλος για ανθρωπιστικά θέματα στην κυβέρνηση Ομπάμα–, για τη δημοσιογραφική κάλυψη κάποιων ενδιαφερουσών ιστοριών, αλλά και ως γιος της Μία Φάροου και του Γούντι Αλεν, αυτός που η Φάροου υπονόησε ότι ίσως να είναι γιος του Φρανκ Σινάτρα τελικά, δεν μπορούσε να φανταστεί τον αντίκτυπο που θα είχε η δουλειά του.

«Δεν είμαι εγώ το θέμα»

Παρότι κυκλοφορεί ευρέως η «πιασάρικη» ιστορία για τον «πρίγκιπα» του Χόλιγουντ που υπονόμευσε τα θεμέλια του συστήματος εκ των έσω, παρά τα σενάρια που τον θέλουν να έχει ασχοληθεί με το θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης εξαιτίας των καταγγελιών της αδελφής του, Ντίλαν, εναντίον του πατέρα τους Γούντι Αλεν, ο ίδιος απορρίπτει όλα τα σενάρια, τονίζοντας ότι το θέμα είναι οι γυναίκες-θύματα και όχι ο ίδιος: «Αυτό που έκαναν αυτές οι γυναίκες, να μιλήσουν με αφορμή το άρθρο αλλά και μετέπειτα, είναι κάτι που δεν περίμενα ποτέ, όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό. Είναι πολύ συγκινητικό και δείχνει ότι πρόκειται για ένα θέμα που είχε κρατηθεί κρυφό για πάρα πολύ καιρό», δήλωσε στην εκπομπή «Good Morning America».

Οι αποκαλύψεις δεν έχουν σταματήσει ακόμα και ίσως συνεχιστούν για καιρό ακόμα. Τώρα πια μεγάλοι δημοσιογραφικοί οργανισμοί σε όλο τον κόσμο κυνηγούν με όλες τους τις δυνάμεις ανάλογες καταγγελίες. Και οι τρεις ρεπόρτερ έχουν δηλώσει επανειλημμένα ότι καλωσορίζουν την ανάμειξη ολοένα και περισσότερων συναδέλφων, με την Τούχι να υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: «Υπάρχουν θέματα που οι δημοσιογραφικοί οργανισμοί θέλουν να τα κρατούν για τον εαυτό τους. Αυτό δεν είναι ένα από αυτά. Ως δημοσιογράφοι που ενδιαφερόμαστε για το ζήτημα της σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης, είμαστε ενθουσιασμένοι που βλέπουμε ότι πολλοί δημοσιογραφικοί οργανισμοί ασχολούνται με αυτό. Συμβάλλει ώστε να καλυφθεί το θέμα με τρόπο που ένας οργανισμός, μόνος, δεν θα μπορούσε να το κάνει». Προφανώς η δήλωση είναι μια πρόσκληση-πρόκληση προς κάθε δημοσιογράφο του πλανήτη...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ