ΒΙΒΛΙΟ

Ξενάγηση με τους ήρωες του ’21

ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΟΝΤΑΡΙΔΗΣ

«Λέγε με παππούλη, ελληνόπουλο δεν είσαι; Είσαι λοιπόν εγγόνι μου», συστήνεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στον μικρό Νικόλα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΘΕΟΔΩΡΑ ΛΟΥΦΑ - ΤΖΟΑΝΝΟΥ
Μιλώντας με τους ήρωες του 1821
εκδ. ΑΓΚΥΡΑ

Με νωπό τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου, ο μικρός Νικόλας, πάντα περίεργος, διψασμένος για γνώση, που την κεντρίζουν τα λόγια των δασκάλων και των μεγάλων, θέλοντας να λύνει απορίες από πρώτο χέρι, διαβαίνει εκ νέου την «Πόρτα του χρόνου»· τούτη τη φορά έχει ευκαιρία να γνωρίσει κομβικά γεγονότα της εθνικής παλιγγενεσίας και, το κυριότερο, να «μιλήσει» με τους ήρωες του 1821, να τους ρωτήσει το «πώς» και «γιατί».

Τον δρόμο που οδηγεί από το παρόν στο παρελθόν τον ξέρει καλά ο Νικόλας. Μικρός το δέμας, αλλά ήδη πλούσιος εμπειριών, όπως αυτές αποτυπώθηκαν σε προηγούμενα βιβλία με κεντρικό πρωταγωνιστή τον ίδιο: «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» και «Στα χνάρια των Φιλικών». Συναντά ένα άνδρα γύρω στα 50 με μακριά γκρίζα μαλλιά, ολόφωτα μάτια, με μακριά λευκή φουστανέλα. Μικρόσωμος μα μοιάζει γίγαντας, ο ήχος της φωνής του καθηλώνει, στη μέση του σταυρωτά δυο βαριά πιστόλια. Το δέος του Νικόλα μπροστά στον Γέρο του Μοριά το διώχνει αυτοστιγμεί ο Καπετάνιος, το ταξίδι ξεκίνησε με τρόπο μαγευτικό: «Λέγε με παππούλη, ελληνόπουλο δεν είσαι; Είσαι λοιπόν εγγόνι μου», του συστήνεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Στα Δερβενάκια

Δερβενάκια, μετά τη νίκη, ο Νικόλας θεατής. Ο Γέρος βλέπει το χέρι του Νικηταρά να κρέμεται σαν παράλυτο κρατώντας ωστόσο σφιχτά το σπαθί του. «Αγκύλωση», λέει ο αρχιστράτηγος και ζητεί ζεστό νερό και σαπούνι· ύστερα από ώρες λύθηκαν τα νεύρα και αποσπάστηκε το σπαθί. Αργότερα, ο Αθανάσιος Διάκος κρατά σφιχτά, πατρικά, το χέρι του παιδιού. «Θα τα καταφέρετε;» ρωτάει ο Νικόλας. «Μην αγωνιάς με σκέψεις που δεν αρμόζουν ούτε στην ηλικία σου ούτε στην εποχή σου...» του απαντά ο κατόπιν μαρτυρικός ήρωας.

Ο μικρός μας φίλος ενώπιον του μεγάλου μπουρλοτιέρη: πλησιάζουν μεσάνυχτα, όταν ανάμεσα από τις σκιές των τουρκικών ναυλοχημένων πλοίων στη Χίο, ξεφυτρώνουν δύο πολύ μικρά πλεούμενα που τα ακολουθούν δύο άλλα, σαν να είναι άυλα. Στο πρώτο βρίσκεται ο Υδραίος Ανδρέας Πιπίνος, στο άλλο ο Ψαριανός Κωνσταντίνος Κανάρης. Η νύχτα έγινε μέρα, ενώ η ναυαρχίδα του Καρά Αλή φλεγόταν.

Με την ιχνηλασία η συγγραφέας, δεν χρησιμοποιεί το εύρημα της «Πόρτας» και των εμπειριών του Νικόλα, συνθέτοντας μόνον ένα γλαφυρό σπονδυλωτό ανάγνωσμα, ιδανικό για τους μαθητές. Η πρώτη ύλη της είναι αμιγώς ιστορική, τεκμηριωμένη, έτσι δίνεται «ελευθέρας» και στους μεγάλους να θυμηθούν, να συγκινηθούν αλλά και να μάθουν. Ενδεικτικά μερικά από τα κεφάλαια: Από το Ιάσιο έως την απελευθέρωση της Καλαμάτας· από τη Γραβιά, την Τριπολιτσά, την πρώτη Εθνική Συνέλευση έως τους Σουλιώτες, τη μάχη στο Πέτα και τις δύο φάσεις του εμφυλίου· από τον Ιμπραήμ και το Μεσολόγγι έως τον Καραϊσκάκη, το Ναυαρίνο, τον Καποδίστρια και τη δολοφονία του.

Η επιστροφή

Μετά τη συγκλονιστική ξενάγηση, μαθαίνοντας για τις θυσίες και τα ολοκαυτώματα, ο Νικόλας ετοιμάζεται να επιστρέψει στο «τώρα» λαχταρώντας να περιγράψει πώς κατάφερε «ένας τόπος κι ένας χώρος να ματαειπωθεί Ελλάς», καθώς θα τα συνόψιζε ο μπαρμπα-Γιάννης Μακρυγιάννης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ