ΕΛΛΑΔΑ

Πώς αναγνωρίζεται η παιδική κακοποίηση

ΒΙΚΥ ΚΑΤΕΧΑΚΗ

Η ομάδα των εκπαιδευτών, ακαδημαϊκοί και στελέχη του «ΕΛΙΖΑ» στην ημερίδα για την ενημέρωση των νοσηλευτών στο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το αμφιθέατρο του νοσοκομείου Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού» ήταν ασφυκτικά γεμάτο. Στις καρέκλες κάθονταν νοσηλευτές που είχαν έρθει από νοσοκομεία της Αττικής, με σκοπό να παρακολουθήσουν το σεμινάριο του οργανισμού «ΕΛΙΖΑ» για το πώς ένας νοσηλευτής μπορεί να διαχειριστεί σωστά τα περιστατικά που αφορούν σωματικώς κακοποιημένα παιδιά. «Θυμός και πανικός. Αυτά είναι τα πρώτα συναισθήματα που νιώθεις όταν έρχεσαι αντιμέτωπος με τέτοια περιστατικά», μου είπε νεαρή νοσηλεύτρια που ήρθε να παρακολουθήσει το σεμινάριο. Αυτός ήταν και ο λόγος που βρέθηκε εκεί. Θέλησε να μάθει πώς στο μέλλον θα μπορέσει με απόλυτη ψυχραιμία να διαχειριστεί ένα περιστατικό παιδικής κακοποίησης, αναγνωρίζοντας από την αρχή τα σημάδια και ακολουθώντας τις σωστές διαδικασίες.

«Ο νοσηλευτής είναι εκείνος, ο οποίος έρχεται σε πιο στενή επαφή με την οικογένεια. Μπορεί να κάνει τις πιο αξιόλογες και σημαντικές παρατηρήσεις τόσο για το παιδί όσο και για την οικογένειά του, γιατί περνά την περισσότερη ώρα μαζί τους στο νοσοκομείο. Είναι δηλαδή εκείνος που μπορεί να μας δώσει τις περισσότερες πληροφορίες», λέει στην «Κ» η καθηγήτρια Παιδιατρικής Αλεξάνδρα Σολδάτου, εξηγώντας ότι είναι σημαντικό ο κάθε νοσηλευτής να βρίσκεται σε εγρήγορση. «Απώτερος σκοπός είναι να αναγνωριστεί το πρόβλημα, δεν θέλουμε να το κρύβουμε. Και αμέσως μετά να αντιμετωπιστεί. Διότι όταν το πρόβλημα είναι στην αρχή, υπάρχουν αποτελεσματικοί τρόποι αντιμετώπισής του», μας εξηγεί.

Το αμερικανικό μοντέλο

Το «ΕΛΙΖΑ», η μη κυβερνητική οργάνωση που ασχολείται με την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών, τα οποία έχουν υποστεί ή κινδυνεύουν να υποστούν κακοποίηση, υλοποιεί για πρώτη φορά ένα εθνικό πρόγραμμα κατάρτισης νοσηλευτών, ξεκινώντας από το Παίδων της Αθήνας, και συνεχίζοντας στις υπόλοιπες παιδιατρικές κλινικές της χώρας – δώδεκα στο σύνολο. «Είναι η αρχή μιας πρωτοβουλίας με εθνικό αποτύπωμα. Η στρατηγική που ακολουθούμε και εφαρμόζουμε εδώ και τρία χρόνια είναι ότι στην αλυσίδα προστασίας του παιδιού πρέπει απαραιτήτως να υπάρχει διεπιστημονική συνεργασία, ώστε να καταφέρουμε να σώσουμε ένα παιδί ή να βελτιώσουμε τη ζωή του σε βάθος χρόνου. Αυτό το μοντέλο εφαρμόζεται στην Αμερική και αποτελεί για εμάς παράδειγμα», εξηγεί η Αφροδίτη Στάθη, διοικητική διευθύντρια του οργανισμού.

Πώς διαχειρίζεται λοιπόν σωστά ο νοσηλευτής ένα περιστατικό που πίσω του κρύβει μία παιδική κακοποίηση; «Πρέπει να γνωρίζει την ιατρική και νομική διάσταση, τι υποχρεούται και τι μπορεί να κάνει ως επαγγελματίας, πώς να αναγνωρίσει τα σημάδια της κακοποίησης, ενώ εξίσου σημαντικές είναι και οι επικοινωνιακές του ικανότητες: Πώς μιλάει στο παιδί και πώς απευθύνεται στον γονέα που μπορεί να είναι ο πιθανός δράστης», τονίζει η Αφροδίτη Στάθη.

Τα περιστατικά

Η Φραγκούλα Ευστρατίου και η Μαίρη Μιχαλιτσιάνου εργάζονται εδώ και πολλά χρόνια ως νοσηλεύτριες στο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού». Και οι δύο έχουν παρακολουθήσει περιστατικά που ενώ φτάνουν στο νοσοκομείο ως ατυχήματα, στην πραγματικότητα κρύβουν κακοποιήσεις. Από αυτά, δύο-τρία τον χρόνο είναι βαριάς μορφής, ενώ τα υπόλοιπα καλούνται να τα αναγνωρίσουν. «Εάν δεν είσαι υποψιασμένος, δεν είναι πάντα εύκολο να αναγνωρίσεις ένα παιδί που έχει κακοποιηθεί. Κάποια σημάδια όμως μπορεί να σε κινητοποιήσουν», μας λέει η Μαίρη Μιχαλιτσιάνου και περιγράφει ένα τέτοιο περιστατικό. «Πριν από λίγα χρόνια, ένα κορίτσι 13 ετών, είχε έρθει στο νοσοκομείο με πόνο στην κοιλιά, συνοδευόμενη από τη μητέρα της. Οταν θελήσαμε να της κάνουμε αιμοληψία, αρνιόταν πεισματικά να σηκώσει τα μανίκια. Οταν τελικά την πείσαμε να το κάνει, διαπιστώσαμε ότι τα χέρια της ήταν γεμάτα μώλωπες, όπως τελικά και όλο της το σώμα. Παραπέμψαμε το περιστατικό στην κοινωνική υπηρεσία και στην πορεία διαπιστώθηκε ότι το παιδί αυτό το κακοποιούσε ο πατριός του».

Η Φραγκούλα Ευστρατίου θυμάται κάποιο άλλο περιστατικό που έφτασε στα επείγοντα τον περασμένο Δεκέμβριο ύστερα από τηλεφώνημα στο «Χαμόγελο του Παιδιού». «Είδαμε ένα παιδί, περίπου 7-8 ετών, που έκανε μέρες να κοιμηθεί σε κρεβάτι. Είχε κακοποιηθεί βάναυσα και έφερε στο σώμα του παλιά και νέα κατάγματα. Από την όψη του και μόνο, μπορούσε κανείς να καταλάβει τι είχε συμβεί».

Στόχος, το σπίτι

Τέτοιες ιστορίες δεν καταλήγουν πάντοτε στα ιδρύματα. Αυτός βέβαια είναι και ο στόχος. Το παιδί να επιστρέψει στο σπίτι, ύστερα από τις απαραίτητες ενέργειες και παρεμβάσεις χωρίς να συμβεί ποτέ ξανά κάτι ανάλογο. Και βέβαια αυτό προϋποθέτει την κινητοποίηση (και) του νοσηλευτή που δεν θα πρέπει να διστάσει να αναφέρει ένα τέτοιο περιστατικό.

«Υπάρχει ο φόβος. Αν δεν είναι κακοποίηση; Κι αν εγώ το αναφέρω ως κακοποίηση και βρεθώ εκτεθειμένος;» Αυτές είναι σκέψεις που βασανίζουν συχνά τους νοσηλευτές. Η Γεωργία Ασπρά, μία νεαρή νοσηλεύτρια που πρόσφατα παρακολούθησε μαθήματα γύρω από τη σωστή αναφορά ενός περιστατικού, στη Νέα Υόρκη, μας λέει ότι η ίδια δεν νιώθει κανέναν δισταγμό να καταγγείλει τέτοιες περιπτώσεις. «Στην Αμερική, η μη αναφορά ή η λάθος αναφορά περιστατικού κακοποίησης μπορεί να προκαλέσει ποινές ή ακόμη και αφαίρεση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος», επισημαίνει. «Στην Ελλάδα είμαστε λίγο πιο ανεκτικοί και ευθυνόφοβοι. Δεν ξέρω αν βοηθάει και το σύστημα ώστε κάποιος να σκέφτεται: “Ωχ, τώρα, πού θα μπλέξω εγώ;”. Αυτό όμως είναι το μεγαλύτερο λάθος που μπορούμε να κάνουμε».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ