ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο αιφνίδιος θάνατος του 53χρονου Στέλιου Σκλαβενίτη την προηγούμενη Κυριακή ήρθε σε μία από τις πιο καθοριστικές στιγμές για την ανάπτυξή του ομίλου που, μαζί με τα αδέλφια του Γεράσιμο και Μαρία, οικοδόμησε την τελευταία πενταετία μέσω σειράς εξαγορών και οργανικής ανάπτυξης.

Εχοντας σε αυτό το διάστημα αναπτύξει το δίκτυο από εκατό καταστήματα αποκλειστικά στην Αθήνα σε 538 πανελλαδικά, η «Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης», όπως ονομάζεται πλέον η νέα εταιρεία που απορρόφησε το δίκτυο της πάλαι ποτέ κραταιάς «Μαρινόπουλος», βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη αναδιάρθρωσης του δικτύου, της διαχείρισης των νέων αυξημένων υποχρεώσεων και του πολυπληθέστερου εργατικού δυναμικού στη χώρα.

Με 22.000 εργαζομένους η «Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης» είναι μακράν ο μεγαλύτερος εργοδότης στη χώρα μετά το Δημόσιο. Απέναντί της, η αμιγώς ελληνικών συμφερόντων εταιρεία που έλκει τις ρίζες της πίσω στο 1954 και το πρώτο κατάστημα «Χονδρέμπορος», που άνοιξε ο πατέρας των τριών αδελφιών Σπύρος, έχει να αντιμετωπίσει τον έντονο ανταγωνισμό από δύο πολυεθνικές όπως η Lidl και η AB Βασιλόπουλος της Delhaize και τον ραγδαίως και δυναμικά αναπτυσσόμενο όμιλο Παντελιάδη.

Το μεγάλο στοίχημα

Αυτές οι τέσσερις αλυσίδες σούπερ μάρκετ πραγματοποιούν τζίρο της τάξης των 8 δισ. ευρώ. Το μακροοικονομικό περιβάλλον και τα επίπεδα καταναλωτικής εμπιστοσύνης είναι ακόμα ευάλωτα και δεν διευκολύνουν τη δραστηριότητα κανενός, ενώ ο μετασχηματισμός της «Σκλαβενίτης» σε κερδοφόρο πανελλαδικό πρωταθλητή του λιανεμπορίου παραμένει ένα δύσκολο στοίχημα.

Αλλά η εξαγορά της «Μαρινόπουλος», όπως και άλλων αλυσίδων πριν από αυτή, έχει επιβεβαιώσει τον κανόνα που λέει πως το άθροισμα καταστημάτων ή μονάδων δεν φέρνει αυτομάτως και άθροισμα του προηγούμενου τζίρου τους. Ειδικά σε αυτό το τελευταίο μεγάλο βήμα, η παρατεταμένη απαξίωση του δικτύου της «Μαρινόπουλος» οδήγησε σε αργό θάνατο ένα μεγάλο μέρος του, ενώ οι βασικοί ανταγωνιστές της «Σκλαβενίτης» πρόλαβαν από το 2016 και καρπώθηκαν το μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων που πραγματοποιούσε η «Μαρινόπουλος».

Ετσι η εξαγορά του δικτύου της από τη «Σκλαβενίτης» ήταν κατά έναν τρόπο σχεδόν μονόδρομος εάν ήθελε να παραμείνει στην κορυφή της αγοράς και να διεκδικήσει κυρίαρχα μερίδια του οργανωμένου λιανεμπορίου.

Η πολυπλοκότητα του εγχειρήματος, όμως, το καθυστέρησε πολύ, με την αιμορραγία πελατείας της «Μαρινόπουλος» να παίρνει διαστάσεις πλήρους αφαίμαξης. Ενώ η συμφωνία είχε κατά βάση κλειστεί από το φθινόπωρο του 2016, χρειάστηκαν τουλάχιστον έξι μήνες για να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις με τράπεζες και πιστωτές, να εκδοθούν οι δικαστικές αποφάσεις για τη συμφωνία εξυγίανσης, να κριθεί από την Επιτροπή Ανταγωνισμού και να γίνει η πραγματική μεταβίβαση.

Ετσι, ενώ το business plan της εξαγοράς προέβλεπε για το κομμάτι του δικτύου της «Μαρινόπουλος» ετήσιες πωλήσεις της τάξης του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ, οι πρώτοι έξι μήνες λειτουργίας έδειξαν πως αυτός θα ήταν ένας δυσεπίτευκτος στόχος.

Θετικό ξεκίνημα

Ομως οι άριστες σχέσεις που είχε οικοδομήσει τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη γενιά της οικογενείας Σκλαβενίτη με προμηθευτές και εργαζομένους απορρόφησε σε μεγάλο βαθμό τους κραδασμούς. Η δημοσίευση των ισολογισμών του 2017 τους επόμενους μήνες θα αποκαλύψει το εύρος της επιτυχίας του πρώτου χρόνου του εγχειρήματος. Ηδη ο όμιλος Σκλαβενίτη έχει να επιδείξει εντυπωσιακή ανάπτυξη. Ανάπτυξη που δεν έμεινε απαρατήρητη από ξένους επενδυτές, private equity και πολυεθνικές του κλάδου που χτύπησαν επανειλημμένως την πόρτα των γραφείων του ομίλου στη λεωφόρο Κηφισού, χωρίς όμως να καταφέρουν να πείσουν την οικογένεια να απεμπολήσει την αμιγώς ελληνική ιδιοκτησία της αλυσίδας.

Από πωλήσεις 1,26 δισ. το 2011 έφτασε να κλείσει τη χρήση του 2016 με τζίρο 1,87 δισ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς το 2017 μπορεί να ξεπεράσει τα 2,2 με 2,4 δισ. Χρηματοροές απολύτως απαραίτητες για να εξυπηρετηθούν και οι νέες αυξημένες υποχρεώσεις προς προμηθευτές και τράπεζες. Είναι ενδεικτικό των βαρών που επωμίσθηκε είναι ότι για την εξαγορά της «Μαρινόπουλος» απαιτήθηκε χρηματοδότηση της τάξης των 420 εκατ. ευρώ, με τα 150 εκατ. εξ αυτών να αποτελούν ίδια κεφάλαια της «Σκλαβενίτης».

Παράλληλα επωμίσθηκε σημαντικότατο μέρος των απαιτήσεων της «Μαρινόπουλος» προς τράπεζες και προμηθευτές.

Οι εξαγορές και η πορεία προς την κορυφή

Τα τρία αδέλφια Σκλαβενίτη –Γεράσιμος, Στέλιος και Μαρία– τα τρία παιδιά του Σπύρου που ανέλαβαν τη δουλειά μετά τον θάνατο του πατέρα τους, το 2006, αν μη τι άλλο είχαν αποκτήσει εμπειρία από εξαγορές: Από το 2007 ξεκίνησε να αγοράζει κομμάτια του δικτύου άλλων εταιρειών, όπως αρχικά τα 18 της αλυσίδας Παπαγεωργίου, ή το 2010, τα 8 καταστήματα της παραπαίουσας τότε Ατλάντικ. Το 2013 εξαγόρασε καταστήματα από τη «Δούκα», άλλα από τον Μπαλάσκα και άλλα από την Extra Πρώτα. Τον Νοέμβριο του 2014 εξαγόρασε τη Makro Cash & Carry Hellas και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου αποβιβάστηκε στην Κρήτη, εξαγοράζοντας από τη «Βερόπουλος», το 60% των μετοχών της «Χαλκιαδάκης». Είναι με αυτές τις εξαγορές που, μεσούσης της δεινότερης κρίσης στην πρόφατη ιστορία των δυτικών οικονομιών, η «Σκλαβενίτης» από μια αλυσίδα της Αττικής κατέστη πανελλαδικός όμιλος και μεγέθυνε τις πωλήσεις της από 1,2 δισ. σε 1,8 δισ. και τώρα έχει βάλει στόχο πωλήσεις άνω των 2,5 δισ.

Ενα χρόνο μετά την απόκτηση της «Μαρινόπουλος» η ιδιοκτησία συνεχίζει τις επενδύσεις για τον εξορθολογισμό του δικτύου, την ανακαίνιση των καταστημάτων, το κλείσιμο 40 εξ αυτών, όπως αποφασίστηκε από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, και τους σχεδιασμούς της διοίκησης, ενώ προχώρησε στην υπογραφή νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας. Σε αυτήν προβλέπονται αυξήσεις 15% στις αμοιβές των περισσότερων εργαζομένων (85% του συνόλου) και μειώσεις για κάποιους υψηλόμισθους, όπως όμως και καθιέρωση μπόνους για τα στελέχη. Παράλληλα, συνεχίζει τις επενδύσεις στο δίκτυο σε όλη την Ελλάδα με άλλα 100 να αναμένεται να ανακαινιστούν εντός του 2018, πέρα από τα 120 που ολοκληρώθηκαν πέρυσι.

Στη δύσκολη αυτή προσπάθεια θα είναι μεγάλη η απώλεια του Στέλιου Σκλαβενίτη, που έφυγε από τη ζωή την προηγούμενη Κυριακή στα 53 του χρόνια.

Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1954 από τους Ιωάννη Σκλαβενίτη (1924-1993), Σπύρο Σκλαβενίτη (1927-2006) και Μιλτιάδη Παπαδόπουλο (1920-1999).

Το πρώτο σούπερ μάρκετ άνοιξε το 1969 στο Περιστέρι και έγινε γρήγορα δημοφιλές, αφού εκτός των άλλων ανέπτυξε τηλεφωνική εξυπηρέτηση με κατ’ οίκον παράδοση. Ηταν η ΤΗΛΕΞΥΠ, μία από τις καινοτομίες εστιασμένες στον πελάτη, που έθεσαν τα θεμέλια της στρατηγικής την οποία και σήμερα τιμά ο όμιλος: εστίαση στον πελάτη και την άριστη σχέση με τους εργαζομένους και την αγορά.

Τέσσερις γίγαντες «κανταροχτυπιούνται» σε μια αγορά με τζίρο 11,4 δισ. ευρώ

Το μέγεθος της εγχώριας αγοράς αλυσίδων σούπερ μάρκετ, του οργανωμένου λιανεμπορίου δηλαδή, υπολογίζεται σε 11,42 δισ. το 2016 με τον μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής του κύκλου εργασιών του να διαμορφώνεται αρνητικός (-0,5%) την περίοδο 2009-2016, να σταθεροποιείται το 2017 και να τείνει προς μεγέθυνση φέτος. Η αγορά των αλυσίδων σούπερ μάρκετ έχει αναδειχθεί ανθεκτική στην οικονομική ύφεση που ξεκίνησε το 2009, ωστόσο δεν έχει βγει αλώβητη. Επιχειρήσεις με περίοπτη θέση στον κλάδο πριν από λίγα χρόνια, πτώχευσαν ή εξαγοράστηκαν προκαλώντας μεγάλες ανακατατάξεις στον χώρο.

Οι τέσσερις μεγαλύτεροι παίκτες στην ελληνική αγορά σήμερα είναι η ΑΒ Βασιλόπουλος, η Lidl, η «Σκλαβενίτης» και η My Market-Metro. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων παραμένει έντονος και εστιάζεται κυρίως στην ποικιλία των προϊόντων, στις παρεχόμενες προσφορές και υπηρεσίες, στις προωθητικές ενέργειες, στο δίκτυο καταστημάτων και, βέβαια, στις τιμές. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι οι δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου διατηρούν σχεδόν το ίδιο μερίδιο τα έτη 2015 και 2016, και συγκεκριμένα 73% και 74% αντίστοιχα.


Το 2016, η αξία της αγοράς των σούπερ μάρκετ διαμορφώθηκε στα 11,4 δισ. ευρώ.

Η αγορά των αλυσίδων σούπερ μάρκετ εκτιμάται πως θα παρουσιάσει μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής που θα ξεπεράσει το 3% την περίοδο 2016-2020 και θα διαμορφωθεί σε 13 δισ. περίπου το 2020, σημειώνει στην «Κ» ο Βασίλης Ρεγκούζας, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της «Στόχασις». Την αισιοδοξία αυτή επιβεβαιώνει και η πρόσφατη 4η κυλιόμενη εξαμηνιαία έρευνα τάσεων στο λιανεμπόριο FMCG (Fast Moving Consumer Goods) του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) που έγινε σε δείγμα 158 ανώτερων και ανώτατων στελεχών επιχειρήσεων (λιανεμπόριο - αλυσίδες σούπερ μάρκετ και προμηθευτές FMCG): για πρώτη φορά καταγράφεται πλειονότητα η οποία εκτιμά ότι οι πωλήσεις θα κινηθούν αυξητικά σε ποσοστά 34%, έναντι 25% ότι θα υπάρξει μείωση και 41% ότι οι πωλήσεις θα μείνουν αμετάβλητες. Μεσοσταθμικά τα στελέχη που συμμετείχαν στην έρευνα εκτιμούν ότι θα καταγραφεί αύξηση της τάξης του 0,2% στις πωλήσεις το εξάμηνο Ιανουάριος 2018-Ιούνιος 2018 σε σχέση με το ίδιο εξάμηνο του 2017.

Τα πρώτα νούμερα του 2018 δείχνουν άνοδο, πλην όμως οριακή. Ειδικότερα, ο Φεβρουάριος έκλεισε ανοδικά για το οργανωμένο λιανεμπόριο τόσο σε αξία όσο και σε μονάδες, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει στη δημοσιότητα η IRI στο μηνιαίο Market View. Η αύξηση είναι όμως μόλις της τάξης του 0,5%, έρχεται ύστερα από έναν πτωτικό Ιανουάριο (-1.1%) και επικεντρώνεται κυρίως στα τρόφιμα, αφού οι κατηγορίες προϊόντων φροντίδας σπιτιού και ατομικής υγιεινής και ομορφιάς δείχνουν μείωση πωλήσεων.

Οπως εξηγεί πάντως στην «Κ» ο Β. Ρεγκούζας της «Στόχασις», η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση προϊόντων αλυσίδων σούπερ μάρκετ ακολουθεί πορεία ανάλογη με αυτή της αγοράς. Ετσι παρουσίασε μείωση 0,8% το 2016 σε σχέση με το 2014, ενώ η μέση μηνιαία δαπάνη ανά νοικοκυριό παρουσιάζει μείωση 1,4% το αντίστοιχο διάστημα. Επομένως μια υγιής ανάκαμψη της οικονομίας και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης δύναται να συμπαρασύρει υψηλότερα και τον κύκλο εργασιών ειδικά στα κυκλικά καταναλωτική αγαθά. Σημειώνεται πως σημαντικό μερίδιο της αγοράς των σούπερ μάρκετ κατέχουν πλέον τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, με τον βαθμό διείσδυσής τους να διαμορφώνεται σε 22,9% στο σύνολο των πωλήσεων των μεγάλων αλυσίδων που διαθέτουν τέτοια προϊόντα το 2016 και 19,3% στο σύνολο της αγοράς των σούπερ μάρκετ. Η τάση αυτή εκτιμάται πως συνεχίσθηκε και το 2017.

Οσον αφορά τη χρηματοοικονομική κατάσταση του κλάδου, τα κέρδη προ τόκων, φόρων, αποσβέσεων και δικαιωμάτων μειοψηφίας EBITDA (%) του κλάδου παρουσιάζουν ανοδική πορεία από το 2012 και μετά, ενώ επίσης οι τιμές του δείκτη κάλυψης χρηματοοικονομικών δαπανών δείχνουν ότι δεν είναι ευπρόσβλητος σε πιθανές μεταβολές του οικονομικού περιβάλλοντος, ενισχύοντας το βαθμό ασφαλείας ως προς τη διατήρηση του θετικού καθαρού αποτελέσματος. Βέβαια, η βελτίωση το 2016 οφείλεται στο ότι δεν περιλαμβάνεται στη χρηματοοικονομική ανάλυση της «Στόχασις» η εταιρεία Μαρινόπουλος Α.Ε., τα οικονομικά μεγέθη της οποίας επηρεάζουν σημαντικά τους χρηματοοικονομικούς δείκτες τα προηγούμενα έτη και κυρίως το 2015.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ