ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Σαν να φέρνεις γιδοπρόβατα στο Κολωνάκι...

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Τις «Διηγήσεις Παραφυσικών φαινομένων» ο Βασίλης Γκουρογιάννης τις έφερε ως προίκα από τη ζωή του στην Ηπειρο. «Ηταν εμπνεύσεις της ψυχής μου», λέει σήμερα στην «Κ».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1990 από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ενα βιβλίο δύσκολο στην κατάταξη. Δεκαέξι διηγήσεις για θρύλους και παραδόσεις. Επειτα από δυο-τρεις επιτυχημένες εκδόσεις το βιβλίο εξαντλήθηκε. Ο Βασίλης Γκουρογιάννης μετά συνεργάστηκε με το Μεταίχμιο. Πριν από λίγο καιρό η μητέρα του –που κοντεύει τα 100 έτη– τον ρώτησε «μωρέ καμάρι μου, εκείνο το καλό βιβλίο που είχες βγάλει, τι το κάμαμε;». Οι «Διηγήσεις Παραφυσικών Φαινομένων» κυκλοφορούν ξανά από το Μεταίχμιο.

– Πώς αποφασίσατε να επανεκδώσετε τα «Παραφυσικά φαινόμενα»;

– Η αλήθεια είναι ότι εγώ τα είχα ξεχάσει. Μου το θύμιζαν βέβαια συχνά-πυκνά κάποιοι αναγνώστες που τους είχε πιάσει για τα καλά τότε το βιβλίο, αλλά και οι κριτικοί που ό,τι και εάν έγραφα έκτοτε αναφέρονταν πάντα σε αυτό το βιβλίο. Με παρακίνησε, όμως, η μητέρα μου που, όταν άκουσε ότι εξαντλήθηκε, μου είπε ότι πρέπει να το ξαναβγάλω.

– Πώς προέκυψε το θέμα;

– Εγώ ήμουν παιδί του χωριού στην Ηπειρο της δεκαετίας του ’50. Στο χωριό φυσικά δεν είχαμε ούτε εφημερίδες, ραδιόφωνα, εννοείται ούτε τηλεόραση. Η μόνη μας ψυχαγωγία ήταν η ακοή μας και τα μάτια μας. Αυτή η ζύμωση με τη φύση ήταν ένα πολύ μεγάλο σχολείο για μένα. Πριν μάθουμε να διαβάζουμε τα φύλλα των βιβλίων, διαβάζαμε τα φύλλα των δέντρων. Ανήκαμε σε μια ενότητα με τα ζώα, τα φυτά, ενότητα σκληρή και τρυφερή. Εγώ είχα και ένα κοπάδι γιδοπρόβατα, έζησα περιόδους Ησιόδου. Τα βράδια ακούγαμε ιστορίες, είτε φρικτές από τον Πόλεμο του ’40 και τον Εμφύλιο, είτε από τα παραφυσικά φαινόμενα ανθρώπων που τα πίστευαν. Μέσα στους αφηγητές ήταν η μάνα μου, ο παππούς μου. Ρώτησα λοιπόν κάποτε τη μάνα μου αν πιστεύει όντως σε αυτά τα πράγματα. Με κοιτάει καλά καλά και μου λέει, «παιδάκι μου, είσαι στα καλά σου που δεν υπάρχουν». Αυτά λοιπόν τα έφερα στην Αθήνα ως προίκα, όπως έφερε ο Κρυστάλλης τις μνήμες του. Κατά κάποιον τρόπο, όπως και άλλοι Ηπειρώτες συγγραφείς, φέραμε τις μνήμες μας, και από ένστικτο ή θάρρος αποφάσισα να γράψω αυτά τα φαινόμενα γιατί πίστευα σε αυτά. Ηταν μια πρόκληση για τον καιρό τους. Είναι σαν να φέρνεις γιδοπρόβατα στο Κολωνάκι. Το ρισκάρεις. Μπορεί και να γελοιοποιηθείς, να σε περάσουν για χαρτομάντη ή καφετζού. Ηταν εμπνεύσεις της ψυχής μου, γιατί αντιλαμβανόμουν ότι μέσα τους υπήρχε ποίηση.

– Εσείς πιστεύετε ότι υπάρχουν αυτά τα φαινόμενα;

– Οχι δεν πιστεύω, παρότι θα ήθελα να ήμασταν πολλοί μαζί ορατοί και αόρατοι. Πιστεύω ότι υπάρχουν, όπως μπορεί κάποιος να αναρωτηθεί αν υπάρχει τέχνη. Και αν δεν υπάρχουν, τους δίνεις εσύ ζωή και υπάρχουν. Οι παλιοί, όμως, ήταν πεπεισμένοι ότι υπήρχαν. Ηταν οι ραψωδίες μας.

– Πιστεύετε ότι είναι λίγο ελληνικό φαινόμενο να πιστεύουμε στις κατάρες, στο κακό μάτι, στη μαγγανεία;

– Δεν είναι μόνον ελληνικό φαινόμενο. Στην Απω Ανατολή, για παράδειγμα, να δείτε τι γίνεται. Ο γιος μου έχει παντρευτεί Γιαπωνέζα, και τώρα που πήγαμε στις γιορτές στους συμπεθέρους κατάλαβα ότι είναι περιτριγυρισμένοι από πνεύματα. Εκεί θα μπορούσα να γράψω τα Παραφυσικά Φαινόμενα Νο2.

– Ποια φαντάζεστε ότι είναι η ανάγκη των ανθρώπων να καταφεύγουν σε αυτά;

– Πολλά πράγματα δεν μπορεί να τα εξηγήσει ο άνθρωπος και τα μυθοποιεί, ίσως και για να τα παλέψει. Εμείς οι συγγραφείς πώς παλεύουμε τις εμμονές μας; Δεν τις μυθοποιούμε; Τι βγάζουμε από μέσα μας; Στο βιβλίο που γράφω τώρα με απασχολεί το σκοτεινό. Σκέφτομαι ότι κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του τον προσωπικό ζωολογικό του κήπο, ένα θηριοτροφείο. Ακόμα και με αυτά τα τέρατα μέσα του πρέπει να συμφιλιωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Να τα χαϊδέψει, να τα δαμάσει. Να μην τα αφήσει να βγουν έξω από εκείνον και δαγκώσουν άλλον άνθρωπο. Και αν τον πονάνε και αν τον δαγκώνουν, πρέπει να το δεχθεί όπως μια μητέρα θηλάζει ένα βρέφος, και το μωρό βγάζει δόντι, έτσι και ο άνθρωπος θηλάζει τα τέρατα του μυαλού και της ψυχής του. Γιατί αυτός τα γέννησε.

– Βλέπετε σήμερα παραφυσικά φαινόμενα εντός του ανθρώπου;

– Οχι δεν βλέπω. Πιστεύω, όμως, ότι απασχολούν ακόμα και σήμερα αρκετούς, όχι όμως με την ποιητική τους διάσταση, αλλά πιο πολύ στο ζήτημα της μαγείας. Δυστυχώς, αναβιώνουν πολλά φαινόμενα που είναι επικίνδυνα, όπως είναι η μαύρη μαγεία και δεν θα ήθελα να συνδυάζεται η κινητικότητα του βιβλίου μου με τέτοια πράγματα. Είναι ο κόσμος που διψά για κάτι διαφορετικό; Χόρτασε την πεζότητα; Να θέλει να δει και κάτι άλλο πέρα από το καθημερινό;

​​Βασίλης Γκουρογιάννης, «Διηγήσεις Παραφυσικών Φαινομένων», εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 104.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ