Ποια είναι η καλύτερη ταινία του Γουές Άντερσον; Ψάχνοντας σε λίστες που κατά καιρούς έχουν δημοσιευτεί από κριτικούς του σινεμά ή έχουν διαμορφωθεί από ψηφοφορίες του κοινού, βρήκα πολλές διαφορετικές απαντήσεις. To «Royal Tenenbaums» είναι για αρκετούς η σωστή απάντηση. Το «Rushmore» για άλλους. Αρκετοί προκρίνουν το «The Grand Budapest Hotel», το οποίο έχει και την υψηλότερη βαθμολογία στο IMDb.

Σε μια (υποκειμενική) λίστα του περιοδικού New Yorker, το «The Darheeling Limited» επιλέχθηκε ως μία από τις 25 καλύτερες ταινίες του τρέχοντος αιώνα, ενώ το περιοδικό Rolling Stone ανακήρυξε το «Fantastic Mr. Fox» ως την κορυφαία ταινία animation που γυρίστηκε ποτέ. Όσο για το box office, το μεγαλύτερο «άνοιγμα» ανάμεσα σε όλες τις ταινίες του Άντερσον το σημείωσε η πιο πρόσφατη, το «Isle of dogs» («Το νησί των σκύλων»), το οποίο θα δούμε και στην Ελλάδα στις 19 του μήνα σε διανομή της Odeon.     

Στο «Isle of dogs» μεταφερόμαστε σε μια δυστοπική Ιαπωνία, όπου τα σκυλιά προσβάλλονται από έναν ιό και εξορίζονται σε ένα νησί-σκουπιδότοπο. Ο 12χρονος Ακίρα αποφασίζει να ταξιδέψει μέχρι εκεί για να αναζητήσει τον δικό του σκύλο. Ο Άντερσον πειραματίστηκε για δεύτερη φορά (μετά το «Fantastic Mr. Fox») με το animation και συγκεκριμένα με τη γοητευτική αλλά χρονοβόρα και εξαιρετικά απαιτητική τεχνική του stop-motion· περίπου 1.000 κούκλες ζωντάνεψαν καρέ καρέ, χιλιοστό το χιλιοστό, μέσα στα εκατοντάδες χειροποίητα μικροσκηνικά που στήθηκαν με υπομονή σε ένα στούντιο στο ανατολικό Λονδίνο. Αξίζει να αναζητήσει κανείς εικόνες από τα γυρίσματα της ταινίας για να αντιληφθεί τη δυσκολία του εγχειρήματος. Ο Άντερσον άντλησε την έμπνευσή του από την ιαπωνική κουλτούρα και τους καλλιτέχνες Χοκουσάι και Χιροσίγκε της παραδοσιακής ξυλογραφίας ουκίγιο-ε, καθώς επίσης και από το σινεμά του Κουροσάβα και του περίφημου animator Χαγιάο Μιγιαζάκι («Spirited Away»). 

Ο κύκλος των ηθοποιών

Ο 48χρονος σήμερα σκηνοθέτης μάς συστήθηκε το 1996 με το πρωτόλειο «Bottle Rocket», μια καλτ ταινία πλέον, που βασίστηκε σε μια ιδέα που είχε με τον συγκάτοικό του στο πανεπιστήμιο (σπούδασε Φιλοσοφία στο Τέξας), τον μετέπειτα ηθοποιό Όουεν Γουίλσον. Ουσιαστικά ο Άντερσον έγινε γνωστός δύο χρόνια αργότερα χάρη στη δεύτερη ταινία του, αυτόν τον παράδοξο εφηβικό ύμνο που λέγεται «Rushmore»: μια αλλόκοτη ιστορία ενηλικίωσης που συγκαταλέγεται στα φιλμ που όρισαν τη δεκαετία του ’90 και αποτελεί σήμερα πάγια αναφορά στην ποπ κουλτούρα. Για τον ρόλο του πρωταγωνιστή, ενός υπερδραστήριου εκκεντρικού μαθητή που ερωτεύεται την καθηγήτριά του, ο Άντερσον είδε 1.600 άτομα, μέχρι να καταλήξει στον 17χρονο τότε Τζέισον Σουόρτσμαν, ο οποίος βρέθηκε στην οντισιόν σχεδόν τυχαία, καθώς δεν σκόπευε να γίνει ηθοποιός. Η ερμηνεία του στον ρόλο του Μαξ Φίσερ θεωρείται σήμερα κλασική. 

Ο Σουόρτσμαν εξελίχθηκε τελικά σε έναν θαυμάσιο ηθοποιό και δεν σταμάτησε να συνεργάζεται με τον Άντερσον, ο οποίος συνηθίζει να εμπιστεύεται ανθρώπους από έναν στενό κύκλο και εναλλάσσει τα ίδια πρόσωπα. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο Μπιλ Μάρεϊ, ο οποίος έχει παίξει σε όλες του τις ταινίες (εκτός από το «Bottle Rocket»). Αρκετά συχνά συναντάμε και τον Έιντριεν Μπρόντι, τον Γουίλεμ Νταφόε, την Αντζέλικα Χιούστον, τον Έντουαρντ Νόρτον και αρκετούς ακόμα. Κάποιοι από αυτούς (Μάρεϊ, Νόρτον) χαρίζουν τις φωνές τους στις κούκλες του «Isle of dogs», όπως συμβαίνει και με τον Μπράιαν Κράνστον, τη Σκάρλετ Γιόχανσον, τον Χάρβεϊ Καϊτέλ αλλά και τη Γιόκο Όνο, η οποία μιλάει πίσω από έναν χαρακτήρα που λέγεται... Γιόκο Όνο! Όλοι αυτοί μαζί είναι σαν μια μεγάλη παρέα, που κάθε τόσο ζωντανεύουν σε έναν απίθανο φανταστικό κόσμο. 

Αισθητικός κώδικας

Στο «Royal Tenenbaums» (2001) ο Άντερσον δίνει την εκδοχή μιας δυσλειτουργικής οικογένειας με παιδιά-θαύματα (στη λογική της οικογένειας Γκλας, που εμπνεύστηκε ο Σάλιντζερ) διαμορφώνοντας παράλληλα το στυλ και τον κινηματογραφικό του χαρακτήρα. Η αισθητική του στο εξής θα είναι αναγνωρίσιμη και μοναδική. Οι δουλειές του δεν μοιάζουν με τίποτε άλλο, αλλά μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, ακολουθώντας έναν πολύ συγκεκριμένο αισθητικό κώδικα· στα κάδρα του υπάρχουν συγκεκριμένοι χρωματικοί συνδυασμοί, τα αμέτρητα αντικείμενα που σκορπά στις σκηνές του είναι πάντα τακτοποιημένα και συμμετρικά, αφήνοντας μια απολαυστική στο μάτι αίσθηση ποπ ρετρό «ντυμένη» με μελωδίες από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Η κινηματογραφική του ματιά είναι τόσο χαρακτηριστική, που δικαιολογεί την ύπαρξη μιας δημοφιλούς σελίδας στο Instagram, που λέγεται «Accidentally Wes Anderson», στην οποία αναρτώνται φωτογραφίες αληθινών τοποθεσιών που μοιάζουν με το σύμπαν του Γουές Άντερσον.  

Η αφήγησή του, σκόπιμα επιτηδευμένη, ισορροπεί σε συγκεκριμένα μοτίβα-δίπολα, όπως το κωμικό και το τραγικό ή το λογικό και το παράλογο. Οι ταινίες του είναι παραμύθια για μεγάλα παιδιά, μαγικά τοπία στα οποία ο κόσμος των ενηλίκων συγκρούεται με εκείνον των ανηλίκων. Για τα σενάριά του έχει προταθεί τρεις φορές για Όσκαρ («Royal Tenenbaums», «Moonrise Kingdom» και «The Grand Budapest Hotel»), όμως πάνω απ’ όλα έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο, πιστό κοινό που τον εκτιμά ως έναν σύγχρονο auteur, δηλαδή έναν σκηνοθέτη-δημιουργό, που βάζει τη μοναδική του σφραγίδα στο έργο που παρουσιάζει. 

Στο ερώτημα που θέσαμε στην αρχή, ποια είναι η καλύτερη ταινία του Γουές Άντερσον, ο καθένας έχει τη δική του αγαπημένη, όπως συμβαίνει συχνά όταν ανατρέχουμε στη φιλμογραφία και άλλων σημαντικών σκηνοθετών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, ισχύει και κάτι ακόμα. Ο Άντερσον δεν έχει κακές ταινίες. Ούτε μέτριες ταινίες. Ούτε αδιάφορες. Στις δύο δεκαετίες που παρακολουθούμε τη δουλειά του, δεν έχει υπάρξει ούτε μία φορά που να έχει παρουσιάσει κάτι απογοητευτικό, κάτι πρόχειρο, κάτι ποιοτικά αμφιλεγόμενο. Όταν μας καλεί στο σινεμά, ξέρουμε ότι, αν μη τι άλλο, θα περάσουμε ένα διασκεδαστικό δίωρο. Μεγάλο παράσημο για έναν σκηνοθέτη. ■ 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ