Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τασία Χριστοδουλοπούλου - Το ύφος και το σχέδιο

A​​υτοί που ξέρουν μαρτυρούν ότι για την πώληση των βλημάτων στη Σαουδική Αραβία είχαν «πέσει» πάνω από 50 υπογραφές μέσα σε μία ημέρα. Ποτέ άλλοτε δεν πρέπει να έχει κινηθεί τόσο σβέλτα ο διοικητικός μηχανισμός· σίγουρα όχι ο ενοχοποιημένος και βραχυκυκλωμένος από την ευθυνοφοβία μηχανισμός προμηθειών του υπουργείου Αμυνας.

Αναδρομικά, υπό το φως της δοκιμασίας που περνάει τώρα η άμυνα της χώρας, η ματαιωμένη εκείνη πώληση αποκτά νέα σημασία. Αποκτά περιωπή ιστορικού προβολέα για τις φροντίδες που απορροφούσαν την πολιτική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, λίγο προτού κακοφορμίσει ο «ακήρυχτος», αλλά όχι αναίμακτος, «πόλεμος» με την Τουρκία.

Τη συζήτηση αυτής της υπόθεσης προσπάθησε με κάθε τρόπο να αναχαιτίσει η Τασία Χριστοδουλοπούλου – απορρίπτοντας αίτημα της μειοψηφίας για κλήτευση του μεσάζοντος και του ταξιάρχου που είχε αναφέρει πρώτος την υπόθεση. Απ’ όποιον θώκο κι αν της έχει δοθεί, είτε στην έδρα της Ολομέλειας της Βουλής είτε ως πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών, η Χριστοδουλοπούλου δεν έχει κρυφτεί. Δεν έχει προσπαθήσει να καμουφλάρει τις σκοπιμότητες –εν προκειμένω την προστασία του ελάσσονος εταίρου– πίσω από τους τύπους. Το αντίθετο. Ντύνει τις αντικοινοβουλευτικές μεθοδεύσεις με ένα ύφος –μια χαύνη υπεροψία– που διατυμπανίζει τον καθεστωτικό τους χαρακτήρα.

Μιλώντας για το ύφος, όμως, κινδυνεύει κανείς να πυροβολήσει τον θόρυβο, χωρίς να δει τη μηχανή που τον παράγει· κινδυνεύει να μείνει στο σύμπτωμα. Το πρόβλημα δεν είναι ο τρόπος της βουλευτού, που από πολύ νωρίς είχε αποκαλυφθεί ως Πολάκης κομμωτηρίου. Το πρόβλημα είναι η εντεινόμενη κατάχρηση των θεσμών, που δεν γίνεται ούτε αυθόρμητα ούτε χωρίς σχέδιο. Την ώρα που η Χριστοδουλοπούλου καταλάμβανε την επιτροπή θεσμών, ο υπουργός Εσωτερικών παρουσίαζε το σχέδιο για απλή αναλογική στις αυτοδιοικητικές εκλογές.

Η αντιπολίτευση έχει καταλάβει ότι στόχος της κυβέρνησης είναι να στήσει τις κάλπες των βουλευτικών μαζί με τις αυτοδιοικητικές και –γιατί όχι;– με μια τρίτη κάλπη δημοψηφίσματος για το Σύνταγμα. Οι εκλογές θα μετατρέπονταν έτσι σε ναρκοπέδιο αντιπερισπασμών. Οι αυτοδιοικητικοί θα έτρεχαν όχι για το κόμμα τους, αλλά για την επανεκλογή τους. Το κεντρικό δίλημμα –να μείνει ή να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ;– θα βούλιαζε σε μια σούπα ψευτοδιλημμάτων.

Η κυβέρνηση δεν φαίνεται να έχει ούτε το χρονικό περιθώριο ούτε το πολιτικό κεφάλαιο για να φέρει σε πέρας τέτοιο σχέδιο. Εχει όμως την πρόθεση να παίξει με όλα. Με τη Βουλή, το Σύνταγμα, την Αυτοδιοίκηση, το εκλογικό σύστημα. Ολα για όλα.

Πέτρος Κωστόπουλος - Η μισή αποβλάχευση

Α​​πό τις πολλές δεξιότητες χά­ρη στις οποίες σταδιοδρόμησε ο Πέτρος Κωστόπουλος, δύο ξεχώριζαν: Πρώτον, ο επιθετικός ναρκισσισμός, που νομιμοποίησε με καθυστέρηση και στα ελληνικά media την κατάχρηση του πρώτου ενικού. Και, δεύτερον, η επινοητικότητα στους νεολογισμούς – στα σλογκανάκια που έδιναν σκανδαλιστική προκλητικότητα ακόμη και στην πιο ξεθυμασμένη κοινοτοπία. Αυτές τις δύο δεξιότητες επιστράτευσε ενστικτωδώς και στη δήλωση που τον ανέσυρε εσχάτως από τον κάδο των πρώην διασημοτήτων: «Ξεβλάχεψα», είπε, «ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού που εκείνη τη στιγμή (στην ακμή των περιοδικών του) έψαχνε την Ευρώπη».

Είναι εύκολο να αποδομεί κανείς σήμερα τον Κωστόπουλο. Οχι επειδή το άλλοτε πανίσχυρο εκδοτικό του υπόδειγμα έχει –συμβολικώς και κυριολεκτικώς– χρεοκοπήσει. Αλλά κυρίως επειδή είναι εύκολο να υποτιμήσεις την πραγματική τόλμη μιας μόδας όταν έχει προ πολλού πεθάνει. Τριάντα χρόνια μετά, όλα είναι παρωχημένα.

Στον Κωστόπουλο, ωστόσο, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει ότι τουλάχιστον εξέφρασε καίρια, αν δεν εξέθρεψε, μια πολιτισμική στροφή. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ύστερα από δεκαπέντε χρόνια δημοκρατικής ζωής και δημοκρατικότερης κουλτούρας, η κοινωνία ήταν έτοιμη να εξωτερικεύσει απενοχοποιημένη τις καταναλωτικές και τις σεξουαλικές επιθυμίες της. Ηταν έτοιμη για τη μετάβαση από τη φαντασίωση της ηρωικής, στη φαντασίωση της καλής ζωής.

Η κίνηση αυτή δεν ήταν τόσο ευρωστρεφής. Ηταν η εσωτερική σύγκλιση του μεταπολιτευτικού εκδημοκρατισμού που συντελέστηκε μέσω ενός επίπεδου μιμητικού ανταγωνισμού. Η μία τάξη μιμούνταν τους τρόπους της άλλης, όχι σε πυραμίδα, αλλά στην ίδια πίστα.

Στην πίστα όπου οι εισοδηματικές διαφορές αποτυπώνονταν μόνο οριζοντίως – όσο απείχαν τα πρώτα από τα πίσω τραπέζια. Γιατί, κατά τα άλλα, τα γούστα ήταν κοινά.

Ετσι διαμορφώθηκε αυτή η αισθητική που, μπορεί να ήταν ευρωπαϊκώς ντυμένη και ταϊσμένη, συντηρούσε όμως τον αρχικό αξιακό της πυρήνα. Δεν ήταν μεταμόρφωση, αλλά μεταμφίεση: Κάτω από το ιταλικό πουκάμισο παλλόταν ο παλιός νταλκάς.

Εκτός, βέβαια, από αυτή, τη «σύγκλιση» του δυτικόμορφου επαρχιωτισμού και της πολυτελούς φτήνιας, συντελούνταν παράλληλα και η όντως σύγκλιση – αυτή που επιτρέπει σήμερα στην Ελλάδα να εξάγει αθρόα στη Δύση «ανταγωνιστικούς ανθρώπινους πόρους».

Στο δικό του πεδίο δράσης, ο κωστοπουλισμός δεν άλλαξε το ισοζύγιο. Η ποσότητα βλαχιάς που αφαίρεσε ήταν ίση με τη βλαχιά που απελευθέρωσε. Δεν ξεβλάχεψε κανέναν. Μεταβλάχεψε πλήθη.

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ