Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Γκρεμίσαμε αλλά δεν χτίσαμε

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Π​​ενήντα χρόνια μετά, όσοι επικαλούνται ακόμη το «πνεύμα του Μάη του ’68», είναι σαν κάτι εξηντάρηδες ή και εβδομηντάρηδες που επιμένουν να συμπεριφέρονται σαν τους παλιούς καλούς ροκάδες που κάποτε υπήρξαν. Το λεξιλόγιο παραμένει το ίδιο, η ενδυμασία η ίδια, κι ας έχει μεγαλώσει η φαλάκρα και το μπιροκοίλι δεν τους επιτρέπει να μιμούνται τις φιγούρες του Μικ Τζάγκερ. Και όταν μιλώ για το ροκ, δεν αναφέρομαι στη μουσική που έχει αφήσει μερικά αριστουργήματα. Αναφέρομαι σε μια ολόκληρη νοοτροπία αμέλειας, χαλαρότητας και εν γένει αισιοδοξίας, ένα είδος υπαρξιακού διονυσιασμού, την οποία το ροκ μοιράζεται με το «πνεύμα του Μάη του ’68», κυρίως δε στις πιο ακραίες, και δημοφιλέστερες εκφράσεις του. Οπως το «απαγορεύεται το απαγορεύεται» που η αστυνομία μας το εφαρμόζει πιστά, ή εκείνο το «η φαντασία στην εξουσία», το οποίο είχαμε την ατυχία να ζήσουμε με τους σημερινούς κυβερνώντας. Ακούγοντάς τους, το μόνο που μπορείς να σκεφθείς είναι ότι έχουν τόση φαντασία ώστε να νομίζουν πως ζουν σε άλλη χώρα απ’ αυτήν που ζούμε εμείς οι υπόλοιποι.

Η γενιά του Μάη, εκτός των άλλων, κατάφερε να μετατρέψει τη νεότητα σε κοινωνική τάξη. Η νεότης δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως στάδιο της φυσικής και της πνευματικής εξέλιξης του ατόμου, στάδιο που οδηγεί στην επιθυμητή ωρίμανση, αλλά ως κοινότητα που έχει τον δικό της τρόπο συμπεριφοράς, και τα δικά της δικαιώματα, σε μια κοινωνία που επιθυμεί να γίνει μωσαϊκό κοινοτήτων και μειονοτήτων επειδή δεν αντέχει το βάρος της κοινωνικής ευθύνης. Αν θεωρήσεις τη νεότητα κατ’ αυτόν τον τρόπο, μπορείς και στα εξήντα σου και στα εβδομήντα σου να συμπεριφέρεσαι ως νέος, μιμούμενος τις συμπεριφορές, τις απόψεις και την ανωριμότητα. Η γενιά των γονιών μας θεωρούσε τέτοια φαινόμενα μάλλον γελοία και αποκαλούσε νεάζοντες ή νεάζουσες όσους υιοθετούσαν τέτοιες συμπεριφορές. Εμείς τα θεωρούμε φυσιολογικά, αν όχι ιδανικά.

Υπάρχει, όμως, κάτι ουσιαστικότερο και από την εμφάνιση και από τον τρόπο συμπεριφοράς, και από τις πομφόλυγες της συνθηματολογίας που εκείνοι τις θεωρούσαν κάτι σαν ουτοπικό όραμα, η ωραία Ελλάς όμως του 21ου αιώνα τις υλοποίησε. Και ο Μάης του ’68, και η μεγάλη σκηνή του ροκ μας γαλούχησαν στην αισιοδοξία. Η αισιοδοξία της ανατροπής, η αισιοδοξία της υπέρβασης. Αν ανατρέψουμε τους θεσμούς που κληρονομήσαμε, αν υπερβούμε τον τρόπο σκέψης τους, αν ξεχάσουμε τους διαχωρισμούς των πολιτισμών, των τάξεων και των φύλων, τότε θα φτιάξουμε κάτι πολύ καλύτερο από τον πολιτισμό τους, και βέβαια εννοούμε τον δυτικό. Διότι ένας Μάης του ’68 στην επικράτεια του Ισλάμ για παράδειγμα, είναι εξίσου αδιανόητος με το ροκ.

Ενας από τους διανοητές του Μάη που εκτιμώ, ο Λιοτάρ, αυτός που επινόησε τον όρο «μετανεωτερικότητα», έλεγε ότι παλεύουμε στη φιλοσοφία να σκεφθούμε πέρα από τους Ελληνες. «Αναρωτιέμαι αν σ’ αυτό το πέρα υπάρχει η δυνατότητα σκέψης». Μάθαμε να γκρεμίζουμε αλλά δεν μάθαμε να χτίζουμε. Γκρεμίσαμε, όμως, αποδομήσαμε αχόρταγα, πάντα προστατευμένοι από τους θεσμούς και τον πολιτισμό που θέλαμε να καταστρέψουμε. Με την αισιοδοξία που μας χάρισε η πεποίθηση ότι εμείς είμαστε η νέα ακμή ενός πολιτισμού σε παρακμή. Στη μικρή επαρχιακή Ελλάδα τον ρόλο της αισιόδοξης καταστροφής τον ανέλαβαν οι λεγόμενοι «αντιστασιακοί», το φοιτητικό κίνημα που τους ανέδειξε σε ηγέτες και η Αριστερά. Τι να κάνουμε; Και η απάτη, όπως οι ψευδαισθήσεις, έχει κι αυτή τα μεγέθη της.

Ο Νίτσε γράφει ότι νομίζουμε πως η αισιοδοξία εμφανίζεται με την ακμή. Και αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν οι Ελληνες στην εποχή της μεγαλύτερης ακμής τους να γέννησαν μια τόσο απαισιόδοξη σκέψη όπως είναι η τραγωδία. Για να καταλήξει πως η απαισιοδοξία είναι γέννημα της ακμής. Το αντίθετο λέγεται βλακεία. Είναι η βλακεία του μέσου προοδευτικού που εξακολουθεί να είναι αισιόδοξος ότι θα βελτιώσει τον κόσμο επειδή διαδήλωσε για το Βιετνάμ στα νιάτα του, ή η βλακεία των ζηλωτών της πολιτικής ορθότητας και της πολυπολιτισμικής άνοιας, οι οποίοι λογοκρίνουν τον πολιτισμό μας επειδή δεν τον καταλαβαίνουν.

Κοινώς, η βλακεία ενός κόσμου που παλεύει να διατηρήσει την αισιοδοξία της νεότητάς του, μιμούμενος μια ακμή που μοιάζει περισσότερο με τη γνωστή δερματική ασθένεια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ