ΠΟΛΗ

Εκείνα τα άσημα, βραχύβια κτίρια που λίγοι θυμούνται πλέον

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Μ​​ε τους πολλούς νεκρούς έπειτα από επιδημία παρομοίαζε ο Γιάννης Τσαρούχης τα νεοκλασικά της Αθήνας και του Πειραιά που σαρώνονταν καθημερινά. Και ανάμεσά τους μοιάζει να υπάρχει μια ολόκληρη κατηγορία από κτίρια που λίγοι μνημονεύουν πια. Είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Το σκεφτόμουν τις προάλλες στην πλατεία Συντάγματος, καθώς περίμενα το φανάρι για να περάσω απέναντι προς την Ερμού.

Απέναντί μου, στις δύο γωνίες, είχα τα μοντέρνα κτίρια της μεταπολεμικής Αθήνας, δεξιά ήταν άλλοτε το Ξενοδοχείο της Αγγλίας και αριστερά, το καφενείο του Ζαβορίτη. Αλλά, πιο αριστερά ακόμη προς τη Μητροπόλεως, εκεί όπου βρίσκεται το Ταχυδρομείο, ήταν ένα από τα διάσημα άσημα κτίρια της πλατείας Συντάγματος. Ενα κτίριο του Αλέξανδρου Νικολούδη από τη δεκαετία του ’20. Μοιάζει ξεχασμένο, ίσως γιατί ποτέ δεν κρίθηκε επιτυχημένο, μάλλον άτεχνο και ανεξήγητα πομπώδες, αλλά πάντως ικανό να αναδίδει τους ατμούς του αστικού μύθου.

Η καταστροφή της ιστορικής όψης της πλατείας Συντάγματος κορυφώθηκε την πενταετία 1958-1963 (στη διάρκεια της οποίας γκρεμίστηκαν περίπου δέκα μέγαρα που είχαν όψη ευθέως ή πλαγίως προς το Σύνταγμα), αλλά η διάθεση υπήρχε πολύ πιο πριν (άλλωστε ήταν το 1934 που το Μέγαρο Σκουλούδη κατεδαφίστηκε για να χτιστεί στη θέση του, λίγο μετά, το Κινγκ Τζορτζ). Αλλά να, που εκείνο το ψηλό κτίριο στη γωνία με τη Μητροπόλεως, το κτίριο που είχε σχεδιάσει ο Νικολούδης για τον ξάδελφό του Κωνσταντίνο Νικολούδη, υποστηρικτή αρχικά των Φιλελευθέρων και αργότερα υπουργό στην κυβέρνηση Μεταξά (όπως διαβάζουμε στον τόμο για τον Νικολούδη από την αρχιτέκτονα Αμαλία Κωτσάκη), έμοιαζε να ξαναμπαίνει στη θέση του.

Το φανταζόμουν με την ημικυκλική στέψη του να δεσπόζει χωρίς να εντυπωσιάζει, να προσπαθεί να μεταδώσει μεγαλείο με μια σχεδόν επαρχιακή μεγαλομανία. Οπως και να το δει κανείς ήταν εκεί «μπροστά μου», να μου δείχνει το γούστο κάποιων Αθηναίων, μερικά χρόνια πίσω. Πόσα; Πάνω από 90, σχεδόν ένας αιώνας. Και προσπαθούσα να φέρω και πάλι στον νου τις φωτογραφίες από την κατεδάφιση του 1963, όταν στο διπλό ταυτόχρονο γκρέμισμα αυτού του κτιρίου μαζί με το διπλανό του, το Μέγαρο Κορομηλά, όπου και ο Ζαβορίτης, έμενε σταδιακά λειψό το κτίριο, χωρίς το λοφίο του, έτσι όπως το κατέβαζε μέρα με τη μέρα η σκαπάνη του μάστορα.

Και όσο έπεφταν τα δύο κτίρια τόσο έβγαινε στο φως η οδός Νίκης προς τα πίσω, που για λίγα χρόνια είχε αποκτήσει θέα στη Βουλή, όσο έμενε σκάμμα αυτό το τεράστιο οικόπεδο λόγω μεγάλων τεχνικών προβλημάτων που είχαν δημιουργήσει και τα υπόγεια νερά. Σε όλες τις φωτογραφίες από την κηδεία του βασιλιά Παύλου, το 1964, θα δείτε το σκάμμα αυτό να είναι σε πρώτο πλάνο. Ηταν το μεγάλο οικόπεδο του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων, όπου τελικά στη διάρκεια της δικτατορίας κατορθώθηκε να χτιστεί το κτίριο που σήμερα στεγάζει το υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης.

Σε αυτό το σημείο, που ήδη από τη δεκαετία του 1930 υπήρχαν σχέδια για την ανέγερση πολυτελούς ξενοδοχείου, έζησε για περίπου 40 χρόνια αυτό το νεομπαρόκ «παλατάκι» που έδωσε στην πλατεία Συντάγματος ο κοσμοπολίτης Αλέξανδρος Νικολούδης. Σαφώς ήταν ένα από τα λιγότερο επιτυχημένα του, με μια αδεξιότητα που ίσως να οφειλόταν στο γεγονός ότι αυτό το κτίριο ήταν προσθήκη στο προϋπάρχον διώροφο νεοκλασικό που αφομοιώθηκε στη νέα κατασκευή με μετασκευή της πρόσοψης. Το θυμήθηκα όμως πρόσφατα, καθώς είδα μπροστά μου την οπτασία του, εκεί που περίμενα στο φανάρι της πλατείας Συντάγματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη