Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Πότε ένας γονιός είναι «κατάλληλος»;

MΑΡΙΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Με μεγάλωσαν δύο άνθρωποι που το «σύστημα» έκρινε ακατάλληλους να γίνουν γονείς. Δύο άνθρωποι φιλότιμοι, εργατικοί, αμόρφωτοι, μεροκαματιάρηδες. Γνωρίστηκαν πολύ νέοι, αγαπήθηκαν και έστησαν με μόχθο και ιδρώτα ένα νέο σπιτικό, που ονειρεύονταν ότι σύντομα θα γέμιζε παιδικές φωνές. Οι ίδιοι είχαν γνωρίσει την Κατοχή, την πείνα, τον ξεριζωμό, τον Εμφύλιο· ήταν αποφασισμένοι ότι τα δικά τους παιδιά δεν θα υπέφεραν, θα τους έδιναν τα πάντα, θα τα προστάτευαν από όλα. Δυστυχώς, η «φύση» δεν τους έκανε το χατίρι να τους φέρει την πολυπόθητη εγκυμοσύνη. Η λύση της υιοθεσίας φάνταζε μονόδρομος. Είχαν όμως περάσει πια τα χρόνια, το μορφωτικό τους επίπεδο ήταν χαμηλό, τα εισοδήματά τους φτωχά, το «σύστημα» απεφάνθη ότι δεν θα είχαν τη δυνατότητα να μεγαλώσουν ένα παιδί ικανοποιώντας τις βασικές ανάγκες του, ήταν πολύ σίγουρο ότι δεν θα μπορούσαν δύο φτωχοί χωρικοί να χαρίσουν ένα όμορφο σπιτικό, μια καλή ανατροφή και καλές προοπτικές ζωής σε ένα παιδί. Το «σύστημα» αποφάσισε ότι δεν ανταποκρίνονταν στην εικόνα που είχε για το ποιοι είναι οι «ικανοί» γονείς, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που αυθαίρετα είχε ορίσει ως απαραίτητες για να τους εμπιστευτεί μια νέα ζωή. Βέβαια, στα συμβατικά κριτήρια, την οικονομική κατάσταση, την ηλικία, την καταγωγή –και δεν ξέρω τι άλλο– δεν περιλαμβάνονταν ο πλούτος της ψυχής τους, η δέσμευσή τους, η λαχτάρα τους, η μεγάλη καρδιά τους.

Η τύχη το έφερε και βρέθηκα στον δρόμο τους – ή μια καλή, λίγο πονηρή νεράιδα, που θέλησε να βγάλει γλώσσα στο «σύστημα». Ημερών μόλις, ένα κλαψιάρικο όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Υπάρχει μια φωτογραφία, στο συζυγικό κρεβάτι, πάνω σε μια πλεκτή μάλλινη κουβέρτα της γιαγιάς, εγώ ανάσκελα, με χέρια και πόδια στον αέρα και οι δυο τους ξαπλωμένοι δεξιά και αριστερά μου να με κοιτούν. Το βλέμμα τους προδίδει τόση ευτυχία, αγάπη, φροντίδα. Τρία παιδιά έχω κάνει, δεν ξέρω αν κοίταξα ποτέ κάποιο από αυτά με τέτοιο βλέμμα. Και, φανταστείτε, δεν χρειάστηκε να ζητήσω από κανέναν την «άδεια» να γίνω γονιός, ούτε έχω κάποιο σήμα ή ISO καταλληλότητας. Αυτό το βλέμμα είχαν στα μάτια τους από εκείνη την πρώτη μέρα μέχρι που τα έκλεισαν για πάντα.

Στα 39 χρόνια που είχα την τύχη να τους έχω δίπλα μου, μου έδωσαν ανιδιοτελή αγάπη, απεριόριστη υποστήριξη, άνευ όρων βοήθεια, ασφάλεια. Δεν με δέσμευσαν ποτέ, δεν ζήτησαν ανταπόδοση, ανταλλάγματα, ευγνωμοσύνη. Δούλεψαν σκληρά, έκαναν αιματηρές οικονομίες, για να με σπουδάσουν, για να με στείλουν στο εξωτερικό. Μόρφωση δεν είχαν, είχαν όμως τη σοφία να αφήσουν το μοναχοπαίδι τους να ανοίξει τα φτερά του και να φύγει μακριά τους, γιατί έβλεπαν ότι αυτό θα ήταν το καλύτερο για εκείνο. Δεν συμφώνησαν ποτέ με την επιλογή μου να γίνω δημοσιογράφος, γιατρός ήταν το όνειρό τους. Με στήριξαν όμως και σ' αυτό, απόλυτα. Μεγάλωσαν, έγιναν αδύναμοι στο σώμα, αλλά η δύναμη της ψυχής τους και της αγάπης τους για «το παιδί» τούς έκανε ατρόμητους, ικανούς να προσφέρουν κι άλλο, να στηρίξουν πάλι, να βοηθήσουν πάντα.

Παρ’ όλα όσα λοιπόν πίστευε το «σύστημα», τα κατάφεραν. Όχι απλώς τα κατάφεραν, διέπρεψαν. Ανέθρεψαν έναν καλό άνθρωπο –δικό τους το καμάρι, όχι δικό μου–, που προσπαθεί να ακολουθεί τις αρχές και το ήθος που του δίδαξαν, με εφόδιο την παιδεία που του παρείχαν. Και το «σύστημα» διαψεύστηκε παταγωδώς. Δεν έγινα αμόρφωτη επειδή ήταν αμόρφωτοι, δεν έγινα χωρική επειδή ήταν χωρικοί. Τελικά δεν με καθόρισαν οι επιλογές που είχαν κάνει οι γονείς μου για τη δική τους ζωή. Κάπως έτσι, αναπόφευκτα, το «σύστημα» θα διαψευστεί ξανά, είτε πρόκειται για την περίπτωση των ομόφυλων ζευγαριών είτε για όποια άλλη περίπτωση στην οποία θα αυτοϊκανοποιηθεί χωρίζοντας τους ανθρώπους σε «κατάλληλους» και «ακατάλληλους», «ικανούς» και «ανίκανους» να μεγαλώσουν ένα παιδί.       ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ