ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Το δράμα του Μπαρμπόζα εξαιτίας ενός γκολ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Μοασίρ Μπαρμπόζα στα αριστερά (μαζί με τους Κάρλος Καστίγιο και Γιλμάρ Ντοσάντος) βίωσε την απαξίωση εξαιτίας ενός γκολ και του χρώματός του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μπορεί εσχάτως η Βραζιλία να έχει βγάλει καλούς γκολκίπερ, όμως μέχρι πριν από λίγα χρόνια η φράση «Βραζιλιάνος τερματοφύλακας» αντιστοιχούσε σε ανέκδοτο. Κανείς όμως δεν υπέστη τη διαπόμπευση που τσάκισε την καριέρα και τη ζωή του τερματοφύλακα του Μαρακανάσο, Mοασίρ Μπαρμπόζα, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για το κάζο της Βραζιλίας στο Μουντιάλ του 1950. Το εθνικό δράμα του σταδίου Μαρακανά με τον θρίαμβο της Ουρουγουάης φορτώθηκε πάνω του, και ο ίδιος έφθασε, 13 έτη μετά, στο σημείο να κάψει τα δοκάρια του γηπέδου του Ρίο προκειμένου να... εξορκίσει το κακό.

Απείραχτη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βραζιλία ενηλικιωνόταν οικονομικά και ποδοσφαιρικά στη δεκαετία του 1940, κι έτσι ήταν λογική επιλογή για τη διοργάνωση του πρώτου μεταπολεμικού Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1950. Τη δεκαετία αυτή κορυφαίος τερματοφύλακας, με τη φανέλα της Βάσκο ντα Γκάμα, ήταν ο Μπαρμπόζα, παίρνοντας δικαίως θέση βασικού στη «σελεσάο».

Παίζοντας πάντα χωρίς γάντια, έφθασε με τη Βραζιλία διά περιπάτου ένα βήμα πριν από την κατάκτηση του πρώτου Μουντιάλ για τη διοργανώτρια. Τόσο βέβαιη ήταν όλη η χώρα για το τρόπαιο ώστε μια εφημερίδα είχε ήδη τυπώσει το φύλλο με την «είδηση» του θριάμβου και το είχε δώσει για διανομή ώστε να προλάβει τις ανταγωνίστριες...

Ωστόσο η Βραζιλία δεν πήρε από την Ουρουγουάη την ισοπαλία που χρειαζόταν στο ματς που είχε αξία τελικού (ο τίτλος κρινόταν βάσει βαθμολογίας των αγώνων των τεσσάρων πρώτων μεταξύ τους). Η «σελέστε» ανέτρεψε το εις βάρος της 1-0 και στο 79΄ ο Αλσίδες Γκίτζια σκόραρε το ιστορικό τέρμα που ακόμη στοιχειώνει τους Βραζιλιάνους. Τη στιγμή που γράφτηκε το τελικό 2-1 έπεσε στο Μαρακανά σιγή νεκρική από τους 215.000 φιλάθλους (αριθμός ρεκόρ όλων των εποχών), εκτός από 280 «Τσαρούας» που είχαν... παλαβώσει σε μια γωνιά της εξέδρας.

Στη Βραζιλία κυριάρχησε άτυπο πένθος, η «σελεσάο» δεν ξαναφόρεσε ποτέ λευκή φανέλα (από τότε παίζει με τη γνωστή κίτρινη) και υπεύθυνος θεωρήθηκε ο Μπαρμπόζα, που δεν προέβλεψε πού θα στείλει την μπάλα ο Γκίτζια. Τι κι αν ψηφίστηκε ομοφώνως ο καλύτερος τερματοφύλακας του τουρνουά, η κατάρα του έθνους του θα τον ακολουθούσε για πάντα.

Οπως είχε αναφέρει ο ίδιος σε ντοκιμαντέρ, 20 χρόνια μετά το Μαρακανά, μια γυναίκα τον αναγνώρισε σε ένα μαγαζί και γύρισε κι είπε στο παιδί της: «Αυτός είναι ο άνθρωπος που έκανε όλη τη Βραζιλία να κλαίει».

Το 1988 γυρίστηκε ταινία με τίτλο «Μπαρμπόζα», στην οποία ο πρωταγωνιστής ταξιδεύει πίσω στον χρόνο για να προειδοποιήσει τον Μπαρμπόζα ότι ο Γκίτζια θα σουτάρει συρτά στην αριστερή του γωνία, μήπως αποτραπεί εκείνη η «εθνική καταστροφή».

Το 1993 επρόκειτο να επισκεφθεί το προπονητικό κέντρο της Εθνικής Βραζιλίας, αλλά του απαγορεύτηκε από φόβο μήπως φέρει γρουσουζιά στην εθνική ομάδα.

Ωστόσο, το πιο χαρακτηριστικό περιστατικό χρονολογείται από το 1963: Σύμφωνα με αποκάλυψη Βραζιλιάνου δημοσιογράφου, η ομοσπονδία της Βραζιλίας χάρισε τότε στον Μπαρμπόζα που είχε μόλις αποσυρθεί από την ενεργό δράση, τα δοκάρια του γηπέδου Μαρακανά, όπου είχε πολλάκις μεγαλουργήσει με τη φανέλα της Βραζιλίας και με της Βάσκο. Εκείνος πήρε τα γκολπόστ και κάλεσε ένα βράδυ τους φίλους του για μπάρμπεκιου στο σπίτι του. Οταν αυτοί έφθασαν, είδαν μια ασυνήθιστα ψηλή φωτιά κι αντί για κάρβουνα να καίγονται τα δοκάρια του Μαρακανά με έντονη τη μυρωδιά της καιόμενης μπογιάς τους. Τον άκουσαν μάλιστα σε παραλήρημα να λέει ότι εξορκίζει το κακό, παραλληλίζοντας το κρέας που ψηνόταν με το πόδι του Γκίτζια...

Θεωρείται βέβαιο ότι το γεγονός πως ήταν μαύρος συνέτεινε στο να καταστεί αποδιοπομπαίος τράγος για το Μαρακανάσο, καθώς το 1950 η Βραζιλία δεν είχε απαλλαγεί από ρατσιστικές αντιλήψεις. Επρεπε δε να περάσουν 43 χρόνια για να εμπιστευτεί ξανά η Εθνική Βραζιλίας τη θέση του τερματοφύλακα σε μαύρο, με τον Ντίντα να σπάει τη ρατσιστική αυτή παράδοση.

Ο Μπαρμπόζα πέθανε εξαθλιωμένος το 2000 και ελάχιστοι παρέστησαν στην κηδεία του. «Η μέγιστη ποινή στη Βραζιλία είναι 30 χρόνια, αλλά εγώ υποφέρω 50 χρόνια χωρίς καν να φταίω», δήλωσε λίγο πριν από τον θάνατό του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ