«Ζω όσο έχω και μια μέρα μέλλον», γράφει κάπου ο Τίτος Πατρίκιος, «παίζω με κάποια δόση σιγουριάς / ακόμα και για μετά τον θάνατό μου». Αύριο, 21 Μαΐου, συμπληρώνει 90 χρόνια ζωής γεμάτης ποίηση, γεμάτης ταξίδια, γεμάτης αγώνες και χαρές και απογοητεύσεις· έζησε από κοντά όλα τα μεγάλα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας, από τα χρόνια της Κατοχής μέχρι τη σημερινή κρίση.

Μας υποδέχτηκε στο σπίτι του στο Παγκράτι και μοιράστηκε μαζί μας αναμνήσεις από εννέα δεκαετίες, που «όλες είχαν κάτι όμορφο όταν τις κοιτάς εκ των υστέρων» και που αποτέλεσαν την πρώτη ύλη του ποιητικού του έργου, που συγκεντρώνεται σήμερα σε δύο τόμους από τις εκδόσεις Κίχλη. 

Γεννήθηκε στην Αθήνα και από παιδί απολάμβανε να παίζει με τις λέξεις. Το πρώτο του ποίημα το δημοσίευσε στην Κατοχή, το 1943, στο περιοδικό «Ξεκίνημα της Νιότης». Παράλληλα, βέβαια, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση με την ΕΠΟΝ και τον ΕΛΑΣ. Στα Δεκεμβριανά παραλίγο να σκοτωθεί. «Μας είχαν αναθέσει εμένα και του Βαγγέλη Γκούφα, που υπήρξε πολύ σπουδαίος συγγραφέας, να πάμε σε ένα κτίριο στην Κουμουνδούρου, όπου βρίσκονταν οχυρωμένοι κάποιοι Άγγλοι, και να τους φωνάξουμε να παραδοθούν. Όταν φτάσαμε, μας πέταξαν φωτοβολίδες και μετά άρχισαν να ρίχνουν με πολυβόλα. Κρυφτήκαμε πίσω από ένα πεζούλι, αλλά εμένα τι με έπιασε, σηκώθηκα όρθιος και άρχισα να φωνάζω. Με τραβάει κάτω ο Γκούφας και μου λέει “τρελάθηκες;”, και την ώρα που έσκυβα περνούν οι σφαίρες από πάνω μου και μία μου χαράζει το κράνος». Είναι η ιστορία που κρύβεται πίσω από εκείνους τους στίχους: «μιλάω για μένα -κι όποιος θέλει το πιστεύει- / που μ’ άγγιξαν οι σφαίρες τρεις φορές».  

Εξορίστηκε στη Μακρόνησο και κατόπιν στον Άη Στράτη, περνώντας μια περίοδο άρνησης της ποίησης. «Έχοντας υιοθετήσει τις απόλυτες θεωρίες της εποχής, έλεγα ότι η ποίηση είναι έκφραση του μικροαστικού συναισθηματικού που εμποδίζει την άμεση επαναστατική δράση. Όταν συνάντησα τον Ρίτσο στην εξορία, μου είπε ότι λέω σαχλαμάρες και ότι έπρεπε να καταλάβω ότι η ποίηση είναι το πεπρωμένο μου. Είχε μια αίσθηση για τους ανθρώπους ο Ρίτσος. Επέμεινε ότι δεν θα μπορούσαμε να βρισκόμαστε αν δεν του πήγαινα τα ποιήματά μου».

 

 

Ο εσωτερικός έλεγχος

Μετά την κόλαση της Μακρονήσου, ο Άη Στράτης τού φάνηκε παράδεισος. Με ομάδες θεάτρου και λογοτεχνίας και με ένα κλίμα πνευματικής ανάτασης. «Σύντομα κατάλαβα ότι αυτό συνέβαινε μόνο στη φαντασία μου. Η εσωτερική κομματική οργάνωση έλεγχε τι διάβαζες, τι έγραφες, τι σκεφτόσουν. Η αυστηρότερη κύρωση ήταν η απομόνωση. Δεν ήταν μόνο ότι σε απέφευγαν όλοι, αλλά ότι δεν έπαιρνες ούτε συσσίτιο, σου δίνανε την τροφή ξηρά, όπως ερχόταν από το κράτος. Αν το μενού είχε φασολάδα, σου δίνανε τα φασόλια σκέτα, και ας τα έκανες εσύ ό,τι ήθελες».

Μιλάει πολύ για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και τις απόψεις του Αντρέι Ζντάνοφ, που υιοθετήθηκαν από τα Κομμουνιστικά Κόμματα. «Εμένα μου φαίνονταν απαράδεκτα αυτά τα πράγματα, αλλά πίστευα ότι θα ξεπεραστούν. Ότι είναι κακές εφαρμογές του οράματος του σοσιαλισμού. Θυμάμαι μια Κυριακή πρωί στον Άη Στράτη, που είχαμε κατέβει στον οικισμό και είχαμε κάτσει στο καφενείο να ακούσουμε στο ραδιόφωνο μια συμφωνική συναυλία. Γύρω κάθονταν άλλοι εξόριστοι, μεταξύ αυτών και ο Μενέλαος Λουντέμης. Ξαφνικά αναγγέλλει η εκφωνήτρια ότι η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών θα παίξει την “Ιεροτελεστία της Άνοιξης” του Στραβίνσκι. Και τότε μπήζει μια φωνή ο Λουντέμης: “Κλείστε το αμέσως, αυτός είναι φορμαλιστής!”».

Στο τέλος του 1953 έφυγε για την Αθήνα ως «αδειούχος εξόριστος», που σήμαινε ότι θα ζούσε υπό αστυνομική παρακολούθηση. Οριστικά «απολυτήριο» από τον Άη Στράτη πήρε το 1958, έπειτα από παρέμβαση του δικηγορικού συλλόγου, στον οποίο εν τω μεταξύ είχε γίνει μέλος. «Φεύγοντας από τον Άη Στράτη, λοιπόν, μου είπε η καθοδήγηση να παραδώσω τα ποιήματά μου, για να μην πέσουν στα χέρια της χωροφυλακής. Τη χωροφυλακή την περιφρονούσα. Την καθοδήγηση όμως τη φοβόμουνα για τον ηθικό έλεγχο που μου ασκούσε. Ότι μπορεί να έκανα λάθος εγώ. Σε κάθε θρησκεία υπάρχει ο φόβος της αμαρτίας. Και ο φόβος αυτός άργησε πολύ να φύγει. Τέλος πάντων, τους είπα ψέματα, ότι τα ποιήματά μου δεν τα έγραφα, αλλά τα μάθαινα απέξω. Τα έκρυψα κατάλληλα στη βαλίτσα μου και δεν τα βρήκε κανείς». Αυτά ακριβώς τα ποιήματα αποτέλεσαν την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Χωματόδρομος», το 1954. 

Όταν ο Σαρτρ αποκήρυξε το έργο του  

Στην Αθήνα ακολούθησε μια δύσκολη περίοδος. «Οικονομικά και πολιτικά, αλλά κυρίως υπαρξιακά», λέει. «Εδώ, στην πόλη αυτή, πώς συνηθίζεις;» γράφει στο ποίημα «Η επιστροφή ενός εξόριστου». Η ποίησή του (τις περισσότερες φορές) βασίζεται στην εμπειρία: όποιος διαβάσει το έργο του από την αρχή ως το τέλος αποκτά μια καλή εικόνα της πορείας της ζωής του, μαζί με την εξέλιξη της σκέψης και των ιδεών του, αλλά και της ποιητικής του τεχνικής. 

Το 1959 έφυγε στη Γαλλία για σπουδές και το 1963 εξέδωσε τη δεύτερη συλλογή του, «Μαθητεία», η οποία στιγματίστηκε ως «ποίηση της ήττας». Τότε ο Βρεττάκος έγραψε μια σημαντική υπερασπιστική κριτική στην «Επιθεώρηση Τέχνης» (ο Πατρίκιος ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του περιοδικού), για τη δημοσίευση της οποίας μάλιστα αγνόησε την «εντολή που ήρθε από ψηλά» και την πέρασε κρυφά στο τυπογραφείο. 

Το 1967 έφυγε ξανά. «Το βράδυ του πραξικοπήματος πήγε στο σπίτι μου η αστυνομία, αλλά δεν με βρήκε. Τρεις εβδομάδες αργότερα κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να ζήσω κρυμμένος, κι έτσι αποφάσισα να ρισκάρω. Πήγα στο αεροδρόμιο. Αν είχαν φτάσει οι λίστες με τα ονόματα, θα με έπιαναν εκεί». Πρόλαβε. Οι λίστες έφτασαν λίγες μέρες μετά. Πήγε στη Ρώμη, όπου αφοσιώθηκε στον αντιδικτατορικό αγώνα, οργάνωσε συγκεντρώσεις, έδωσε συνεντεύξεις, πήγε σε ενώσεις συγγραφέων και καλλιτεχνών, έφτασε μέχρι την Ελβετία, εξασφαλίζοντας υπογραφές καταγγελίας του καθεστώτος από τον Ντίρενματ και τον Μαξ Φρις. 

Κάποιους μήνες μετά μετακόμισε στο Παρίσι και έζησε από κοντά τον Μάη του ’68. «Το πρωί ήμουν με τους Έλληνες και οργανωνόμασταν κατά της χούντας. Μετά έβρισκα τους Γάλλους. Η κυριότερη ανάμνησή μου από εκείνες τις μέρες ήταν όταν μαζί με δύο  Έλληνες φίλους μπήκαμε στην υπό κατάληψη Σορβόνη όπου θα μιλούσε ο Σαρτρ, τον οποίο λάτρευα. Είχε κοντά 6.000 ανθρώπους μέσα στο αμφιθέατρο. Ο ένας πάνω στον άλλο. Εμφανίστηκε κάποια στιγμή ο Σαρτρ και ανέβηκε στην έδρα, αλλά τότε κάποιοι που κάθονταν μπροστά, μεσαίας ηλικίας με γκρίζες γενειάδες και όψη διανοούμενου αμφισβητία, άρχισαν να βρίζουν τον Σαρτρ ως “γλείφτη της μπουρζουαζίας”. Όταν σταμάτησαν, πήρε τον λόγο ο Σαρτρ, και εγώ σκέφτηκα ότι θα τους αποστομώσει. Αλλά εκείνος είπε: “Έχετε δίκιο. Τέτοιος ήμουνα. Αλλά έχω αλλάξει και τώρα είμαι στην υπηρεσία του λαού”. Εκείνη τη στιγμή τον σιχάθηκα. Για να γίνει αρεστός, αποκήρυσσε το έργο του;» 

Στο Παρίσι γνώρισε τη μεταπτυχιακή φοιτήτρια Ρένα Σταυρίδη. «Για να μπορέσουμε να παντρευτούμε, ως ξένοι στο Παρίσι, χρειαζόμασταν έγκριση από την αστυνομία και άδεια παραμονής. Εγώ όμως είχα αμελήσει να ανανεώσω τα χαρτιά μου. Μέσω κάποιων επαφών που είχα, κατάφερα και με δέχτηκε στην Κεντρική Αστυνομία του Παρισιού ο διευθυντής της υπηρεσίας αλλοδαπών. Πήγα στο γραφείο του, ήταν ευγενέστατος. “Ξέρετε...” ξεκίνησα να λέω, αλλά με διέκοψε. “Τα ξέρω όλα, κύριε Πατρίκιε”, μου είπε και έβγαλε έναν φάκελο τεράστιο. Άρχισε να μου λέει όλες μου τις κινήσεις, πού είχα πάει, τι είχα κάνει, τα πάντα. “Έχετε μεγάλη πολιτική δραστηριότητα”, κατέληξε, “αλλά δεν είχατε ανάμειξη στα εσωτερικά θέματα της Γαλλίας”. Δεν είχε να μου προσάψει τίποτα. Υπέγραψε την άδεια μπροστά μου, κι έτσι μπόρεσα και παντρεύτηκα».

 

 

Το δύσκολο σε ένα ποίημα

Στο εξωτερικό εργάστηκε στην UNESCO και σε άλλους οργανισμούς, και λόγω συμβολαίων δεν γύρισε στην Αθήνα αμέσως μετά το τέλος της δικτατορίας. Όταν τελικά επέστεψε, οι λογοτεχνικοί κύκλοι τον είχαν ξεχάσει. «Αυτός που με βοήθησε ήταν ο Δημήτρης Μαρωνίτης», θυμάται, «που έγραψε μια σειρά άρθρων για τον Αναγνωστάκη, τον Αλεξάνδρου και εμένα, και κάπως έτσι ξαναμπήκα στον χώρο. Ο Ρίτσος, ο Βρεττάκος, ο Μαρωνίτης έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην ποιητική μου πορεία, αλλά τον καθοριστικότερο ρόλο στη διαμόρφωσή μου έπαιξαν τρεις άλλοι άνθρωποι. Ο πατέρας μου, που ήταν μανιακός καπνιστής και πέθανε στα 64 του από έναν κλασικό καρκίνο του πνεύμονα. Η μητέρα μου, που πέθανε από την καρδιά της στα 74 της. Και η σύζυγός μου, που έφυγε κι αυτή νωρίς. Εγώ, περιέργως, εξακολουθώ να ζω».

Σε αντίθεση με τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του, που τα γεγονότα τού «επέβαλαν» μια διακοπτόμενη σχέση με την ποίηση, ακολούθως η ποιητική του παραγωγή υπήρξε καταιγιστική. Οι δύο τόμοι που κυκλοφόρησαν πρόσφατα με το σύνολο του έργου του εκτείνονται σε περισσότερες από χίλιες σελίδες – θαυμάσιες εκδόσεις, με τη σφραγίδα της υψηλής αισθητικής της Κίχλης. «Η μεγαλύτερη δυσκολία σε ένα ποίημα είναι το τέλος του. Όλα τα καλά ποιήματα έχουν ένα τέλος, και αυτό συνήθως είναι που μας μένει. Κάποιες φορές μπορεί να περάσουν μήνες ψάχνοντας το σωστό τέλος. Στα συρτάρια μου έχω ένα σωρό ποιήματα που δεν έκρινα καλά. Τα φυλάω όμως για να βλέπω καμιά φορά την πορεία μου», λέει. Σκέφτηκα να του πω, αλλά δεν του το είπα, ότι πάντα μου έκανε εντύπωση η μαεστρία με την οποία κλείνει τα ποιήματά του. 

«Γράφω στο χέρι. Ξεκίνησα να μαθαίνω υπολογιστή, αλλά βαρέθηκα. Μου αρέσει όπου είμαι να κρατάω σημειώσεις. Δεν μπορώ κάθε τόσο να βγάζω ένα τάμπλετ... Έχω όμως κινητό. Ένα απλό. Γι’ αυτό και τις προάλλες στο λεωφορείο που μου κλέψανε το πορτοφόλι το κινητό το αγνοήσανε». Ίντερνετ; «Δεν έχω επαφή», λέει, «δεν μαθαίνω τι λέγεται για μένα εκεί πέρα και ντρέπομαι να ζητάω όλη την ώρα από κάποιον να μου δείξει. Είμαι περίεργος όμως να μπω σε αυτόν τον κόσμο. Κάποια στιγμή ίσως το κάνω». 

Εκτός από σπουδαίος ποιητής, ο Τίτος Πατρίκιος είναι ένας άνθρωπος με χιούμορ, με γνώσεις, με άποψη. Πριν από λίγα χρόνια είχε εκφραστεί (στον «Πειρασμό της νοσταλγίας» το 2015, σε ένα από τα πεζά του κείμενα) αρνητικά για τα συνθήματα της πλατείας Συντάγματος, που ήθελαν να «καεί η Βουλή». «Ζούμε σε μια κατακτημένη δημοκρατία, με όλα της τα ελαττώματα, και πρέπει να δούμε πώς θα τη βελτιώσουμε», λέει, «να δούμε πώς θα κάνουμε τη Βουλή πιο ουσιαστική και όχι πώς θα την κάψουμε». Μια μέρα, λοιπόν, που είχε βγει έξω, τον αναγνώρισε κάποιος και άρχισε να φωνάζει. «“Να ο φασίστας ο ποιητής”, έλεγε, “ελάτε να τον αποδοκιμάσουμε, ελάτε να τον ξεφτιλίσουμε!”. Σκέφτηκα να αντιδράσω, αλλά είπα από μέσα μου “Τίτο, συγκρατήσου” και συνέχισα να προχωρώ. Με ακολούθησε για δύο τετράγωνα φωνάζοντας. Ευτυχώς κανείς δεν του έδωσε σημασία και δεν ήρθε να αποδοκιμάσει “τον φασίστα τον ποιητή”». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ