Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Σταύρος Κοντονής

Η ζωή στη φάρμα

​​Υπάρχει ένα σχοινοτενές ρεπορτάζ στο τελευταίο τεύχος του New Yorker, που εξηγεί τι κάνει ο Τραμπ στο κράτος των ΗΠΑ. Εξηγεί πώς μια λαϊκιστική εξουσία, κινημένη από συνωμοσιολογική μανία κατά του «βαθέος κράτους», οδηγείται σε εκκαθαρίσεις δεκάδων δημόσιων λειτουργών· λειτουργών, που είχαν γνώσεις και εμπειρία, αλλά δεν έδειχναν ευλάβεια στην κυβερνητική γραμμή. «Τον έστειλαν στη φάρμα με τις γαλοπούλες», λένε με πικρό χιούμορ τα στελέχη του Δημοσίου για κάθε συνάδελφό τους που παροπλίζεται. Συγκρίσεις δεν είναι καλό να γίνονται. Αλλά διαβάζοντας κανείς για τη φιλοσοφία της διακυβέρνησης Τραμπ, δεν μπορεί να αποφύγει τους συνειρμούς.

Θα πει κάποιος ότι το ελληνικό κράτος ποτέ δεν είχε αφθονία σε άξιους λειτουργούς. Η κάθε κυβέρνηση έβαζε τους δικούς της. Η διαπίστωση μπορεί να ισχύει γενικώς· δεν ισχύει όμως για τα ανώτατα δικαστήρια και ιδιαίτερα για το Ανώτατο Ακυρωτικό. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στα πράγματα επαγγελλόμενος «αλλαγή καθεστώτος». Το ότι δεν επρόκειτο απλώς για μεγαλοστομία, φάνηκε κατεξοχήν στους διορισμούς του στην κορυφή των θεσμών. Δεν μετρούσαν, βεβαίως, τα βιογραφικά. Δεν μετρούσε καν η ικανότητα των προσώπων να κατευθύνουν τους υφισταμένους τους.

Η παραίτηση του προέδρου του ΣτΕ ξαναφώτισε αναδρομικά τη σχέση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ με τη Δικαιοσύνη. Ακόμη και οι επιλογές που τελικώς δεν κατάφεραν να εξυπηρετήσουν τον σκοπό του διορισμού τους, παρέμειναν εντός συστήματος και εκρήγνυνται τώρα σαν ξεχασμένες νάρκες.

Στις επιλογές αυτές δεν είχε επιρροή ο Σταύρος Κοντονής, ο οποίος ανέλαβε αργότερα το χαρτοφυλάκιο. Δεν είχε όμως επιρροή ούτε ο προκάτοχός του, αφού η διαχείριση του «βαθέος κράτους» έγινε με την καθοδήγηση δικτύων εξουσίας που δεν ήταν συριζαϊκά. Ο Κοντονής πολιτεύτηκε, πάντως, σε αρμονία με την κουλτούρα διακυβέρνησης που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται πριν από αυτόν και που αντιμετώπιζε όλους τους παράγοντες της Δικαιοσύνης με βάση το καθιερωμένο κριτήριο: Οι δικοί μας και οι άλλοι. Το υπουργείο Δικαιοσύνης επί ΣΥΡΙΖΑ –ο Κοντονής και ο αναπληρωτής του– δεν διαχειρίζεται απλώς τις συνήθεις εντάσεις με τη δικαστική εξουσία. Τις προκαλεί, αντιπολιτευομένος μετωπικά όσους λειτουργούς δεν συμμορφώνονται· και υιοθετώντας όσους «κάνουν τη δουλειά». Ο υπουργός αντί να κατευνάζει, κλιμακώνει ο ίδιος τις εντάσεις με τα μόνιμα «νεύρα» του – αλλά και την ανάγκη του να ανταγωνίζεται τον αναπληρωτή του στη σκανδαλοθηρία.

Στους θεσμούς η διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αποδεικνύει ότι δεν γίνεται «κανονική». Η «κανονικότητά» της είναι η μάντρα με τις γαλοπούλες.

Παύλος Πολακής

Ο έσχατος κελαηδισμός

Ή​​ταν δύσκολο, αλλά έγινε πράξη: Η κυβερνητική πλειοψηφία απέσυρε προχθές τη Novartis από το πολιτικό προσκήνιο πιο βιαστικά απ’ όσο την είχε στήσει. Επιβεβαίωσε έτσι την πρώιμη πρόβλεψη της αντιπολίτευσης ότι θα έσπευδε να κλείσει την κοινοβουλευτική προανάκριση, με τρόπο που δεν θα έθετε σε πραγματική δοκιμασία την κατηγορία. Την επιβεβαίωσε, όμως, με τρόπο απροσδόκητα πανηγυρικό· με την παταγώδη ομολογία του επισπεύδοντος και διατυμπανίζοντος το σκάνδαλο: «Δεν αναφέρομαι σε πολιτικά πρόσωπα», είπε ο Δημήτρης Παπαγγελόπουλος. Πρόκειται για παράδοξη ταυτοπροσωπία με τον υπουργό που από το πεζοδρόμιο της Ηρώδου Αττικού είχε προαναγγείλει «το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως του ελληνικού κράτους». Αν δεν μιλούσε για σκάνδαλο πολιτικό, τότε για τι ακριβώς μιλούσε; Για σκάνδαλο της σόου μπιζ;

Η εξάντληση του εγχειρήματος της Novartis συνέπεσε με την ωρίμαση των διαπραγματεύσεων για το Μακεδονικό. Αμφότερα είχαν σχεδιαστεί ως μεγάλα στρατηγήματα – το πρώτο για να απονομιμοποιήσει την αντιπολίτευση και το δεύτερο για να τη διαλύσει. Δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς τις δημοσκοπήσεις για να δει τι καρπούς κατέληξε να δρέψει η κυβέρνηση από αυτές τις εμπνεύσεις της. Αν κάποιος κινδύνευσε –και κινδυνεύει– περισσότερο να διαλυθεί από το Μακεδονικό είναι ο κυβερνητικός συνεταιρισμός. Κι αν κάτι απονομιμοποιήθηκε ως εργαλείο πολιτικής σπέκουλας είναι ο πολακισμός – η πιο άγρια μορφή αντισυστημικού καθεστωτισμού που έχουν παραγάγει οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Στον Παύλο Πολάκη ανήκει και η πατρότητα του ορισμού της συριζαϊκής δικονομίας – της δικονομίας των δύο άρθρων: «Τους μαγκώσαμε» (άρθρον πρώτον) «και κελάηδησαν» (άρθρον δεύτερον). Το πώς συντελέστηκε αυτή η ανακριτική ανδραγαθία το εξήγησε σε κάπως αναλυτικότερη γλώσσα ο Γιάννης Στουρνάρας: Οι προστατευόμενοι μάρτυρες κατέστησαν μάρτυρες επειδή είχαν «εκκρεμότητες με τη Δικαιοσύνη ή τη φορολογική διοίκηση»· κι επειδή «τους ασκήθηκαν αφόρητες πιέσεις».

Αν έδειξε κάτι η προχθεσινή αυλαία της Novartis στη Βουλή είναι τα όρια του τακτικισμού, ακόμη κι όταν είναι εξοπλισμένος με πραγματική εξουσία. Στο πρόσωπο του Πολάκη και του Παπαγγελόπουλου έδειξε και το φαρσικό στοιχείο που, μοιραία, ελλοχεύει σε αυτό το είδος των επιχειρήσεων – των σχεδιασμένων από παράγοντες, που «ανίκανα και μισοζαλισμένοι, κάτι εζήτησαν να ραδιουργήσουν», που λέει κι ο ποιητής. Εδειξε όμως και το τέλος που θα έρθει όταν, αργά ή γρήγορα, οι προστατευόμενοι μάρτυρες θα ζητήσουν προστασία από τους τωρινούς «προστάτες» τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ