Όταν άκουσα τις ιστορίες που μου διηγήθηκαν ο Ναντ και η Ελέν, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι, όσα ρεπορτάζ και όσες αναλύσεις κι αν διαβάσουμε, όσα βίντεο και όσες φωτογραφίες κι αν δούμε, είναι αδύνατον να αντιληφθούμε τι ακριβώς σημαίνει για τους ανθρώπους της Συρίας η τραγωδία αυτή που εξελίσσεται στη χώρα τους εδώ και επτά χρόνια. 

Λίγο πριν κλείσουν τα τριάντα τους χρόνια, έχουν προλάβει να δουν την πατρίδα τους να διχάζεται, να μπαίνει στη δίνη ενός εμφυλίου και κατόπιν να μετατρέπεται σε κεντρική σκηνή μιας παγκόσμιας και ισοπεδωτικής αντιπαράθεσης. 

Είναι από τους τυχερούς που κατάφεραν να χτίσουν μια νέα ζωή μακριά από τη φρίκη των βομβαρδισμών, και μάλιστα χωρίς να υποβληθούν στο διά ξηράς και διά θαλάσσης μαρτύριο μιας οδύσσειας μέσω της Τουρκίας. Έφτασαν στην Ελλάδα με το αεροπλάνο, καθ’ όλα νόμιμα. Πώς; Ο Ναντ εργαζόταν ως πολιτικός μηχανικός σε μια εταιρεία στη Δαμασκό που συνεργαζόταν με μια αντίστοιχη στην Ελλάδα. Είχε χρειαστεί να ταξιδέψει πολλές φορές στην Αθήνα για επαγγελματικούς λόγους και γι’ αυτό είχε στα χέρια του τη σχετική βίζα, η οποία αποδείχτηκε πολύτιμη. Όταν η ελληνική εταιρεία τού έκανε πρόταση για μόνιμη εργασία, ο Ναντ την αποδέχτηκε. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα πριν από ενάμιση χρόνο και περίμενε να εγκριθούν και τα χαρτιά της συζύγου του. Η διαδικασία θα έπρεπε να είναι τυπική, αλλά χωρίς προφανή λόγο κόλλησε για μερικούς μήνες στην ελληνική πρεσβεία του Λιβάνου και τελικά η Ελέν προσγειώθηκε στη χώρα μας τον περασμένο Νοέμβριο. 

Νιώθουν τυχεροί, πράγματι, αλλά μοιάζουν να μην πιστεύουν ότι είναι αυτή ακριβώς η σωστή λέξη. Και πώς να είναι; Πώς να νιώσουν τυχεροί όταν οι γονείς και τα αδέλφια τους ζουν ακόμα στη φρίκη του πολέμου; Πώς να νιώσουν τυχεροί όταν ξυπνούν με εφιάλτες τη νύχτα; Πώς να νιώσουν τυχεροί όταν έχουν δει οικεία τους πρόσωπα να πεθαίνουν μπροστά τους; «Όταν βομβαρδίστηκε το πανεπιστήμιό μου», θυμάται ο Ναντ, «κάποιοι συμφοιτητές μου πέθαναν στα χέρια μου».

 


Το εσωτερικό του πολυώροφου εμπορικού πύργου της Δαμασκού μετά την επίθεση αντικυβερνητικών δυνάμεων στις 9 Μαΐου.

 

«Κάποια στιγμή το συνηθίζεις»

«Υπήρχαν περίοδοι στη Δαμασκό που κοιτούσαμε τον ουρανό και βλέπαμε μόνο βόμβες», μου λέει η Ελέν. «Βγαίναμε από το σπίτι μας και αναρωτιόμασταν αν θα γυρίσουμε πίσω. Τα τρία πρώτα χρόνια του πολέμου ήταν πολύ δύσκολα για μένα, γιατί έπρεπε να βγαίνω καθημερινά για να πηγαίνω στο πανεπιστήμιο (σ.σ. αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών), από όπου μετά γύριζα γρήγορα στο σπίτι. Στις έξι το απόγευμα οι δρόμοι ήταν έρημοι, δεν κυκλοφορούσε κανένας. Υπήρχαν μέρες που μας κρατούσαν κλεισμένους στο πανεπιστήμιο για λόγους ασφαλείας, μια φορά χρειάστηκε να περιμένουμε μέχρι αργά τη νύχτα, επειδή έξω έπεφταν βόμβες». Η φωνή της είναι ήρεμη και, σαν να διακρίνει την απορία μου, μου εξηγεί: «Κάποια στιγμή το συνηθίζεις».

Το συνηθίζεις. Η ζωή συνεχίζεται στη Συρία, μου λένε. Με διαφορές. Η άλλοτε κυρίαρχη μεσαία τάξη έχει εξαφανιστεί και πλέον στη χώρα ζουν κυρίως άνθρωποι πολύ φτωχοί και λίγοι πολύ πλούσιοι. Μου περιγράφουν ότι η τιμή ενός σάντουιτς, για παράδειγμα, έχει ανέβει δέκα φορές. Επίσης η Συρία είναι πια μια χώρα γερασμένη. Αυτοί που έχουν μείνει πίσω είναι κυρίως οι γηραιότεροι, που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Η νέα γενιά, όπως και οι ίδιοι, αναζήτησαν μια δεύτερη ευκαιρία στο εξωτερικό – εκτός φυσικά από τους αναρίθμητους νέους ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους είτε πολεμώντας είτε επειδή βρέθηκαν στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή. 

«Με ανησυχεί πολύ τι θα γίνει στο μέλλον, όταν όλα αυτά θα έχουν τελειώσει», λέει ο Ναντ. «Η Συρία ήταν μια χώρα με μορφωμένους ανθρώπους και τώρα υπάρχουν περιοχές όπου τα παιδιά έχουν χρόνια να πάνε σχολείο». Αναφέρεται κυρίως στις περιοχές της χώρας από όπου πέρασε το Ισλαμικό Κράτος. «Απειλούσαν τις οικογένειες που ήθελαν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, γιατί πιστεύουν ότι είναι πιο εύκολο να προσηλυτίζουν ανθρώπους ανεκπαίδευτους». Σχετικά με τις τακτικές του Ισλαμικού Κράτους: πριν από λίγα χρόνια, έλαβε στο κινητό του ένα βίντεο που έδειχνε τον αποκεφαλισμό ενός φίλου του από τους μαχητές του Ισλαμικού Κράτους. Το μήνυμα ανέφερε ότι θα είναι ο επόμενος. «Δεν ήταν προσωπικό», μου εξηγεί ο Ναντ. «Είχαν καταλάβει την πόλη όπου έμενε και τον εκτέλεσαν, στέλνοντας το βίντεο σε όλες τις επαφές του κινητού του. Θέλουν να σε κάνουν να φοβηθείς, για να πας με το μέρος τους». 

Μια λάμψη σαν την αστραπή

Το πρώτο πράγμα που τους έκανε εντύπωση όταν εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ήταν η ησυχία τις νύχτες. «Μπορούσαμε να κοιμηθούμε χωρίς να ακούμε βομβαρδισμούς», μου λένε, αν και πριν από λίγες μέρες ακούστηκε από τη γειτονιά ένας δυνατός θόρυβος και πετάχτηκαν όρθιοι μέσα στη νύχτα – δεν ήταν τίποτα, αλλά ξύπνησε δυσάρεστες μνήμες. Είναι αναμενόμενο να νιώθουν ανασφάλεια. Στο σπίτι τους τα παντζούρια είναι μονίμως κλειστά. Όταν συναντούν κάποιον συμπατριώτη τους, είναι επιφυλακτικοί. Για να συμφωνήσουν να συναντηθούμε, ζήτησαν να μη φαίνονται τα πρόσωπά τους στη φωτογράφιση και να μη συζητήσουμε πολιτικά. Η κατάσταση είναι μπερδεμένη και ευαίσθητη, μου εξήγησαν. Ωστόσο, ως γενική εικόνα αυτό που πιστεύουν είναι ότι η Συρία έγινε το κέντρο ενός διεθνούς παιχνιδιού κυριαρχίας στην περιοχή. «Αν οι μεγάλες δυνάμεις θέλουν να σταματήσει ο πόλεμος, τότε θα σταματήσει», μου λένε. 

Στους πρόσφατους αεροπορικούς βομβαρδισμούς των Αμερικανών πέρασαν τη νύχτα μιλώντας με τις οικογένειές τους στο τηλέφωνο. «Δες εδώ», μου λέει η Ελέν και μου δείχνει ένα βίντεο στο κινητό της. «Μου το έστειλε η αδελφή μου από εκείνη τη νύχτα». Η αδελφή της Ελέν βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της και βιντεοσκόπησε τις εκρήξεις. Σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων έβλεπες ξαφνικά μια λάμψη να διακόπτει το σκοτάδι σαν την αστραπή και άκουγες έναν κρότο που σου έσφιγγε την ψυχή.  

 

 

Ο τρόπος ζωής στην Ελλάδα

«Πολλοί Έλληνες που έχουμε γνωρίσει πίστευαν πως η Συρία είναι ένα μέρος μέσα στην έρημο όπου οι άνθρωποι κυκλοφορούν πάνω σε καμήλες», μου λένε, «και αρκετοί εκπλήσσονται που είμαστε λευκοί». Περιγράφουν, επίσης, ότι ο κόσμος τρομάζει όταν ακούει ότι είναι μουσουλμάνοι. «Δεν θέλουμε να κάνουμε κακό σε κανέναν», μου λένε γελώντας. «Έχουμε πολύ διαφορετική αντίληψη για τον Θεό».  

Η καθημερινότητά τους στην Ελλάδα μοιάζει με αυτήν που είχαν πριν από τον πόλεμο στη χώρα τους. «Είχα προτάσεις για δουλειά και από άλλες χώρες της Ευρώπης, αλλά διαλέξαμε την Ελλάδα επειδή ο τρόπος ζωής μοιάζει με αυτόν της Συρίας», μου λέει ο Ναντ και η Ελέν προσθέτει: «Είναι και κοντά, αν γίνει κάτι κακό, μπορούμε γρήγορα να γυρίσουμε». Όσο κι αν μας φαίνεται περίεργο έχοντας την εικόνα των εκατομμυρίων προσφύγων που εγκαταλείπουν τη χώρα χωρίς να κοιτάξουν πίσω, όσοι διαθέτουν τα νόμιμα έγγραφα μπορούν να μπουν σε ένα αεροπλάνο και να επισκεφτούν τη Συρία – μέσω Λιβάνου, το πιο εύκολο. Η Ελέν έκανε ένα ταξίδι πριν από λίγο καιρό. Στην Αθήνα δεν εργάζεται ακόμα, μαθαίνει τη γλώσσα και προσπαθεί να εγκλιματιστεί. 

Θέλουν να ζήσουν και να κάνουν οικογένεια εδώ. Νιώθουν ευγνωμοσύνη προς τους Έλληνες, για τον ζεστό τρόπο που όλοι τους έχουν υποδεχτεί. Η Ελέν μού λέει συγκινημένη πόσο θα ήθελε να μπορούσαν οι γονείς της να την επισκεφτούν, να δουν πού μένει και να τους γνωρίσει τον καινούργιο της τόπο. «Κάποια στιγμή θα γυρίσουμε πίσω», μου λένε. «Η ζωή θα συνεχιστεί, αλλά θα είναι πολύ δύσκολο να ξεχάσουμε. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε». Ή αλλιώς, όπως γράφει και ο μεγάλος Σύρος ποιητής Άδωνις, «ο χρόνος προχωρά μπροστά / πάνω σ’ ένα μπαστούνι απ’ τα κόκαλα των πεθαμένων». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ