ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΠΟΣΤΟΛΗ - ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα του 1956 ο εννιάχρονος Πολ Οστερ έγραψε το πρώτο του ποίημα. Χαρούμενος για τον χειμώνα που έφευγε σκάρωσε μερικά στιχάκια σε ένα πάρκο, στο Σάουθ Οραντζ του Νιου Τζέρσεϊ. Iσως ήταν το χειρότερο ποίημα που έγραψε ποτέ κανείς, λέει σήμερα. Δεν ήταν, όμως, οι λέξεις στο χαρτί εκείνες που μετρούσαν τότε. «Θυμάμαι να νιώθω ότι συνδέομαι με τα πάντα γύρω μου», σημειώνει και περιγράφει ένα συναίσθημα να φωλιάζει μέσα του από τότε κάθε φορά που συμπληρώνει λέξεις σε μια λευκή σελίδα. «Νιώθω συνδεδεμένος με τον κόσμο και τους άλλους ανθρώπους. Τα πράγματα γύρω μου, όλα όσα δεν είμαι εγώ, γίνονται κομμάτι μου. Είναι μια σκέψη που έκανα πρόσφατα. Νομίζω αυτός είναι ο λόγος που οι συγγραφείς γράφουν. Επειδή δημιουργεί ένα συναίσθημα που δεν βρίσκεις πουθενά αλλού», συμπληρώνει ο Πολ Οστερ, ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Αμερικανούς συγγραφείς. 

Συναντηθήκαμε στο σπίτι του, στη συνοικία Παρκ Σλόουπ στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Ενα κτίσμα του 1892, τεσσάρων επιπέδων, φτιαγμένο από το χαρακτηριστικό καφετί τούβλο, το λεγόμενο «brownstone» της Νέας Υόρκης. Μας υποδέχθηκε ευδιάθετος και προσηνής και καθίσαμε στη μεγάλη φωτεινή τραπεζαρία της κουζίνας.

Κάθε πρωί διαβάζει εφημερίδες και πίνει τσάι προτού κατέβει στο γραφείο του για να δουλέψει. Μια μικρή ιεροτελεστία που τηρεί καθημερινά.

Τα τρία «επίπεδα»

«Κάθε μέρα είναι ίδια. Φαίνεται πολύ βαρετό για κάποιον που το βλέπει απέξω αλλά μέσα είσαι γεμάτος σκέψεις και ιδέες. Για μένα είναι κάτι συναρπαστικό. Το γράψιμο είναι δύσκολο, δεν είναι απλό να γράψεις μια καλή πρόταση. Αλλά η δυσκολία είναι μέρος της ευχαρίστησης. Οπότε δεν θα έλεγα ότι διασκεδάζω όταν γράφω, όπως ευχαριστιέμαι με άλλα πράγματα που κάνω, αλλά νιώθω πιο ζωντανός όταν το κάνω», λέει.

Η πρωινή του συνήθεια δεν είναι η μόνη ιεροτελεστία που ακολουθεί. Οπως και με τα υπόλοιπα βιβλία του, έγραψε το «4 3 2 1» (που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση της Μαρίας Ξυλούρη) με τη μέθοδο των τριών «επιπέδων» όπως την ονομάζει. Κάθε παράγραφος του μυθιστορήματος, το οποίο μετρά περισσότερες από 1.200 σελίδες, γράφτηκε στο χέρι, διορθώθηκε και ξαναγράφτηκε στη γραφομηχανή του προτού περαστεί στον υπολογιστή.

Πρόκειται για το ογκωδέστερο βιβλίο που έχει γράψει και αφηγείται τέσσερις διαφορετικές εκδοχές της ζωής του Αρτσι Φέργκιουσον, από τη γέννηση μέχρι την ενηλικίωσή του, περνώντας μέσα από τα ταραγμένα χρόνια της Αμερικής του ’60. «Ποτέ δεν πίστευα ότι θα έγραφα ένα τόσο μεγάλο μυθιστόρημα. Δεν τρέφω κάποιον θαυμασμό για τα μεγάλα μυθιστορήματα», λέει και εξηγεί ότι η ίδια η ιστορία καθόρισε το μέγεθος. «Αν το “σπάσεις” στα τέσσερα, θα διαπιστώσεις ότι o κάθε κύκλος είναι περίπου από 250 σελίδες, το μέγεθος ενός κανονικού μυθιστορήματος. Ακόμα και αν οι ιστορίες είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, καταφέρνουν, νομίζω, και επηρεάζουν τον αναγνώστη όσο προχωράει. Κάποιος πρότεινε ότι ίσως είναι καλύτερο να διαβαστεί κάθε κύκλος ξεχωριστά αλλά έτσι χάνεται η ενέργεια του βιβλίου που έχει να κάνει με τα διαστήματα που μεσολαβούν ανάμεσά τους», σχολιάζει.

«Και γιατί τέσσερις εκδοχές του Αρτσι Φέργκιουσον και όχι τρεις ή πέντε;», τον ρωτάμε. «Οταν συνέλαβα την ιδέα δεν ήξερα πόσες θα είναι. Επαιζα στο μυαλό μου τις πιθανότητες. Εννέα, επτά ή πέντε ήταν τα πρώτα νούμερα που σκέφτηκα αλλά μετά το τέσσερα φαινόταν το πιο σωστό. Ο αριθμός αυτός έχει μια συμμετρία, είναι οι πλευρές του τετραγώνου, οι εποχές, τα σημεία του ορίζοντα, δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς. Ηξερα ενστικτωδώς ότι τρεις εκδοχές θα ήταν λίγες και πέντε πάρα πολλές. Κανείς δεν θα μπορούσε να παρακολουθήσει την ιστορία», τονίζει.

Το απροσδόκητο

Στο βιβλίο, ο Αρτσι έχει πάντα την ίδια αφετηρία, τους ίδιους γονείς, αγαπάει τα βιβλία και το γράψιμο, αλλά η ζωή του παίρνει κάθε φορά διαφορετική τροπή. «Είναι το απροσδόκητο που συμβαίνει στις ζωές όλων μας και πολύ συχνά. Κάθε φορά που χτυπάς το κεφάλι σου στην πόρτα, γλιστράς και πέφτεις, σπας ένα κόκαλο ή τρακάρεις με το αυτοκίνητο. Αυτό που προτείνω και το κάνω σε όλα μου τα βιβλία είναι ότι στις ζωές των ανθρώπων συμβαίνουν απρόβλεπτα πράγματα και αυτό είναι η πραγματικότητα. Κανενός η ζωή δεν κυλάει ομαλά», λέει με έμφαση. 

Στα 14 του χρόνια ο Πολ Οστερ βίωσε ένα τέτοιο απροσδόκητο γεγονός. Σε θερινή κατασκήνωση, την ώρα που πεζοπορούσε μαζί με άλλα αγόρια στο δάσος, ξέσπασε καταιγίδα και το χτύπημα ενός κεραυνού σκότωσε ακαριαία ένα αγόρι λίγα εκατοστά μακριά του. Στο αυτοβιογραφικό «Ημερολόγιο του Χειμώνα» γράφει ότι για μία ώρα προσπαθούσε να ζεστάνει το σώμα του αγοριού στο μουσκεμένο λιβάδι επειδή δεν είχε καταλάβει ότι ήταν νεκρό.


Στα 14 του χρόνια ο Οστερ βίωσε ένα γεγονός που τον στοίχειωσε: σε θερινή κατασκήνωση, ένας κεραυνός σκότωσε ένα αγόρι λίγα εκατοστά μακριά του.

Στο «4 3 2 1» ο συγγραφέας έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το τραυματικό αυτό γεγονός μέσα από ένα μυθιστόρημά του. «Αυτό άλλαξε τον τρόπο που έβλεπα τον κόσμο. Μέχρι τότε νόμιζα ότι περπατούσα σε στέρεο έδαφος. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί στον οποιονδήποτε κάθε στιγμή, έτσι απλά», σημειώνει και προσθέτει πως το χτύπημα του κεραυνού είναι ο πυρήνας του μυθιστορήματος. «Με τον Αρτσι μοιραζόμαστε τη χρονολογία και τη γεωγραφία μου αλλά η ζωή του είναι διαφορετική από τη δική μου. Εκτός από αυτό το γεγονός, το οποίο αφηγούμαι με διαφορετικό τρόπο από το πώς πραγματικά έγινε, αλλά αναφέρεται δύο φορές μέσα στο βιβλίο. Είναι ο συναισθηματικός πυρήνας του βιβλίου και όλα τα άλλα πηγάζουν μέσα από αυτό. Είναι το μόνο που δικαιολογεί το τέλος του βιβλίου», μας λέει.  

«Διαλύουν τη χώρα»

Η ζωή του Αρτσι τέμνεται με τη δολοφονία του Κένεντι, τη συνέχεια του πολέμου στο Βιετνάμ, τις ταραχές στο πανεπιστήμιο Κολούμπια. Δεν υπάρχει άλλη εποχή πιο ταραχώδης και διχαστική στην Αμερική, λέει ο Πολ Οστερ, που να μοιάζει περισσότερο με τη σημερινή. «Δεν έχουμε λύσει κάτι, δεν αλλάξαμε καθόλου. Ηταν μια άσχημη συνειδητοποίηση ότι έχουμε κολλήσει και έχει να κάνει με το ποιοι είμαστε σε αυτή τη χώρα. Στον πυρήνα αυτού του προβληματισμού υπάρχουν τα ζητήματα του ρατσισμού και της δουλείας για τα οποία ακόμα δεν μιλάμε ανοιχτά», μας λέει. Ο ίδιος έχει ταχθεί εναντίον της πολιτικής του σημερινού Αμερικανού προέδρου και φοβάται ότι οι άλλοτε «γρανιτένιοι» αμερικανικοί θεσμοί, όπως το σύνταγμα και η Δικαιοσύνη, είναι φτιαγμένοι από σαπούνι που λιώνει από την κυβέρνηση του Τραμπ. «Αυτό κάνουν τον τελευταίο 1,5 χρόνο, διαλύουν τη χώρα και είναι τρομακτικό να το βλέπεις», μας λέει.

Η έκδοση του «4 3 2 1» στην Αμερική συνέπεσε με τα 70ά γενέθλιά του. Δεν σκέφτεται αν αυτό ήταν κάτι σαν το «κύκνειο άσμα» του και παρά την πολύχρονη συγγραφή του βιβλίου τώρα γράφει ένα άλλο για τη ζωή του και το έργο του Αμερικανού συγγραφέα του 19ου αιώνα Στίβεν Κρέιν. Θέλει να τον συστήσει, λέει, στις νεότερες γενιές. «Η ανάγνωση είναι ένας διάλογος μεταξύ δύο ξένων αλλά με όρους οικειότητας. Δεν υπάρχει παρόμοια εμπειρία από το διάβασμα ενός βιβλίου. Ισως ζούμε σε μια εποχή που δεν διαβάζουν τόσοι πολλοί άνθρωποι αλλά αυτό ίσως αλλάξει ξανά. Δεν είμαι καθόλου απαισιόδοξος γι’ αυτό», τονίζει.

Στα 71 του νιώθει τον χρόνο να κυλάει γρηγορότερα και για να το περιγράψει δανείζεται τη φράση του ποιητή Τζορτζ Οπεν που είπε «τι περίεργο πράγμα που συμβαίνει σε ένα μικρό αγόρι». Ακριβώς έτσι νιώθει μέσα του. «Το ξέρω ότι ο χρόνος τελειώνει, αλλά νιώθω πολύ πιο χαρούμενος τώρα από ποτέ. Ανησυχώ λιγότερο, νιώθω πιο ελεύθερος, είμαι παντρεμένος με μια υπέροχη γυναίκα και ελπίζω ότι ο γάμος μας θα κρατήσει μέχρι το τέλος. Δεν έχω κανένα παράπονο. Είμαι τυχερός. Νιώθω τυχερός που είμαι ζωντανός τώρα», καταλήγει.

Η παιδική ηλικία είναι ένας ανεξερεύνητος τόπος

Στην κουβέντα μας αναφερόμαστε συχνά στο «Ημερολόγιο του Χειμώνα», διότι μαζί με το «Report from the interior» αποτελούν τα δύο αυτοβιογραφικά βιβλία του Οστερ. Η βουτιά που έκανε στα παιδικά του χρόνια και στην εφηβεία του προετοίμασαν το έδαφος, όπως λέει, για τη συγγραφή του «4 3 2 1». «Ξαφνικά κατάλαβα ότι η παιδική ηλικία είναι ένας ανεξερεύνητος τόπος και ήθελα να γυρίσω ξανά, σε μεγαλύτερο βάθος και εύρος από τη δική μου ζωούλα», σημειώνει. Ετσι πέρασε αρκετές ώρες σκεπτόμενος τις διαφορές μεταξύ ενός 4χρονου και ενός 6χρονου παιδιού ή το πώς σκέφτεται κάποιος στα 12 ή στα 14.

Ο προσεκτικός παρατηρητής θα δει ότι οι Αρτσι Φέργκιουσον ρουφάνε τη γνώση με εκπληκτική ταχύτητα και κάνουν εξαιρετικά πράγματα για την ηλικία τους περισσότερο ίσως από το κανονικό. «Ετσι το βιβλίο φαίνεται ρεαλιστικό αλλά δεν είναι. Χρησιμοποιεί ρεαλιστικές συμβάσεις για να θέσει άλλα ερωτήματα για τον κόσμο», σημειώνει ο συγγραφέας. Μας αποκαλύπτει ότι ήθελε να εξερευνήσει τη ζωή των Φέργκιουσον μέχρι τα γεράματα, αλλά γράφοντας τις πρώτες 40 σελίδες κατάλαβε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον. «Είπα όχι, αυτό θα ήταν ένα βιβλίο για την ανθρώπινη ανάπτυξη. Επρεπε να περιοριστώ να μιλήσω ακροθιγώς για τα 20 πρώτα χρόνια της ζωής τους επειδή τότε συμβαίνουν όλα. Δεν υπάρχει άλλη περίοδος στη ζωή ενός ανθρώπου με τόσα γεγονότα, και σε αυτό εστιάζει το βιβλίο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ