Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Τι προσφέρουν οι Ελληνες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σε όλες τις μετρήσεις που μετρούν τη συμμετοχή των πολιτών σε συλλογικές δράσεις και αυτό που γενικά λέμε «κοινωνικό κεφάλαιο» (ένταξη σε συλλόγους και σωματεία, εθελοντισμός, αιμοδοσία), οι Ελληνες παραδοσιακά βγαίνουν στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ή και του δυτικού κόσμου γενικότερα. Δεν συμμετέχουμε, βρε αδερφέ. Δεν μας αρέσει. Μπορεί να φταίει η πανίσχυρη ελληνική οικογένεια, που αντικαθιστά/στραγγαλίζει οποιαδήποτε άλλη κοινωνική συλλογικότητα προσφέροντας στα μέλη της ό,τι χρειάζονται, αμάξι, χαρτζιλίκι, στέγη, απ’ όλα. Πού να πάει ο άλλος να τρέχει να γραφτεί σε ομάδες, δράσεις και συλλογικότητες. Μπορεί να φταίει αυτό.

Παράλληλα, όμως, η χώρα μας περνά μια μεγάλη κρίση η οποία οπωσδήποτε θα κλείσει δεκαετία και μπορεί να τραβήξει και παραπάνω. Στις κρίσεις συνήθως πράγματα που προηγουμένως κάλυπτε το κράτος ή επιχειρήσεις παύουν να είναι δεδομένα. Κάποιος πρέπει να σπεύσει και να αντικαταστήσει τους μηχανισμούς που πλέον δεν μπορούν. Στις κρίσεις, λοιπόν, η αξία της Κοινωνίας των Πολιτών πολλαπλασιάζεται. Τι Κοινωνία των Πολιτών μπορεί να έχει μια χώρα χωρίς κοινωνικό κεφάλαιο, όμως;

Η έρευνα που έκανε η διαΝΕΟσις, σε συνεργασία με το Ιδρυμα Μποδοσάκη, κατά τη γνώμη μου εμμέσως αυτό δείχνει: μια Κοινωνία των Πολιτών ερήμην των πολιτών.

Οι 7 στους 10 Ελληνες δηλώνουν ότι εμπιστεύονται τα κοινωφελή ιδρύματα, αλλά δύο στους τρεις λένε ότι ξέρουν «λίγα» ή «τίποτε» για τη δράση τους. Μολονότι τα «εμπιστεύονται», 56% δηλώνουν «επιφυλακτικοί» απέναντί τους, πράγμα που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το νόημα των λέξεων και την αντίληψη της πραγματικότητας. Η άγνοια είναι τόσο βαθιά που, όταν τους ρωτήσαμε να μας πουν τα κίνητρα πίσω από τη δραστηριότητα των ιδρυμάτων, η απάντηση ήταν, λίγο πολύ, «ναι». Ναι, σε όλα. Τα κάνουν «από αγάπη για τον άνθρωπο»; Ναι, 62%. «Για να παίρνουν φοροαπαλλαγές»; Ναι 61%. «Για να ασκούν πολιτική επιρροή»; Ναι, 57%. «Για να καλύπτουν άλλες, παράλληλες δραστηριότητες»; Ναι, 71%. «Για να περνάει η ώρα»; Δεν το ρωτήσαμε, αλλά αν το ρωτούσαμε, νομίζω ότι πάλι «ναι» θα έλεγαν. Σύμφωνα με την έρευνα, οι μισοί ερωτηθέντες πιστεύουν ότι ο αποτελεσματικότερος φορέας για την υλοποίηση δράσεων για την καταπολέμηση της φτώχειας είναι τα κοινωφελή ιδρύματα, περισσότερο από ό,τι το κράτος, οι επιχειρήσεις ή οι ΜΚΟ.

Λίγο παρακάτω, όμως, σε άλλη ερώτηση, τους ρωτήσαμε να μας πουν κατά τη γνώμη τους πόσα κάνουν τα κοινωφελή ιδρύματα για την καταπολέμηση μιας σειράς από προβλήματα, όπως, για παράδειγμα, της φτώχειας. Το 58% δήλωσε πως τα κοινωφελή ιδρύματα, αυτά που είχε χαρακτηρίσει «αποτελεσματικότερα» λίγο πριν, κάνουν «λίγα» ή «τίποτε» για την καταπολέμηση της φτώχειας.

Ταυτόχρονα, οι πολίτες δηλώνουν πολύ αλληλέγγυοι οι ίδιοι· 62% δήλωσαν πως τους τελευταίους 12 μήνες έχουν προσφέρει χρήματα σε κοινωφελείς σκοπούς, 74% δηλώνουν πως έχουν δώσει τρόφιμα, ρούχα, ή φάρμακα και 22,5% δηλώνουν πως έχουν προσφέρει εθελοντική εργασία.

Τι σημαίνουν αυτά τα αποτελέσματα; Οι Ελληνες γενικά δηλώνουν ότι αντιλαμβάνονται πως οι αξίες της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπίας είναι «καλές» και θέλουν να εμφανίζονται ότι τις ασπάζονται, αλλά δεν γνωρίζουν και πολλά για τους φορείς που υλοποιούν πραγματικές δράσεις αλληλεγγύης και φιλανθρωπίας στην κοινωνία.

Στα λόγια είναι αλληλέγγυοι, κι αν είναι και στις πράξεις, μάλλον είναι μόνο σε προσωπικό, αυτόνομο επίπεδο. Τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει αυτό;

Προφανώς οι φορείς της Κοινωνίας των Πολιτών έχουν πολλή δουλειά να κάνουν για να κινητοποιήσουν ή, έστω, να ενημερώσουν τους πολίτες. Θα πρέπει όμως να δούμε και το βαθύτερο θέμα της συμμετοχής και της συνεργασίας στην κοινωνία ευρύτερα. Οταν οι πολίτες δεν συνεργάζονται, δεν συμμετέχουν σε κοινές δράσεις, δεν συγχρωτίζονται καν πέρα από το οικείο περιβάλλον της οικογένειας και της παρέας τους, δεν μπορούν να συνθέσουν κοινωνία που να λειτουργεί.

Πολυάριθμα φαινόμενα, από τα γκραφίτι στους τοίχους και στους ελεεινούς κοινόχρηστους χώρους μέχρι τον τρόπο που ψηφίζουμε και τις αλλεπάλληλες χρεοκοπίες, μπορούν να αποδοθούν εν μέρει σ’ αυτή τη διαρκή και μόνιμη κατάσταση. Αν αυτή δεν αλλάξει πρώτα, τίποτε άλλο (καμία μεταρρύθμιση, καμία πολιτική βούληση) δεν μπορεί να αλλάξει τη χώρα και να σπάσει τον αέναο κύκλο των χρεοκοπιών, της γκρίνιας και της μιζέριας που είναι η ελληνική πραγματικότητα 200 χρόνια τώρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ