Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ζουν κι αυτοί ανάμεσά μας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τις προάλλες σε μια εκδήλωση μου έπιασε την κουβέντα ένας κύριος, και εκεί που μιλούσαμε για το θέμα της αλληλεγγύης με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου είπε ότι "αυτό το αίσχος με τους πρόσφυγες πρέπει να σταματήσει" και ότι "πρέπει να τους βάζουνε σε βάρκες και να τους πνίγουν". Χρειάστηκαν μερικές στιγμές σιωπής και μια δυο διευκρινιστικές ερωτήσεις για να επιβεβαιώσω ότι άκουσα αυτές τις λέξεις και όχι κάτι άλλο, μα δεν είχα κάνει λάθος, αυτό είπε. Δεν το εννοούσε μεταφορικά. Δεν του ξέφυγε. Το εννοούσε κυριολεκτικά και το επαναλάμβανε ψύχραιμα και πολιτισμένα, χωρίς φόρτιση ή αφορμή, λες και μου περιέγραφε πώς πλένει το αυτοκίνητο για να φύγει η αφρικανική σκόνη. "Να τους πνίγουν”, επαναλάμβανε. Και μετά ήθελε να συζητήσουμε κανονικά για μια άλλη έρευνα που είχαμε κάνει, σα να μην έγινε τίποτε, λες και απλά είπαμε κάτι και τώρα προχωράμε στο επόμενο θέμα.

Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το σημαντικότερο φαινόμενο της εποχής μας. Ούτε ασαφώς και γενικώς "ο λαϊκισμός", ούτε τα fake news, ούτε ο κάθε μεμονωμένος Τραμπ. Αυτά είναι τα συμπτώματα. Το φαινόμενο, φρονώ, είναι η ανάδυση κάθε αποκρουστικής ιδέας που έχει γεννήσει ανθρώπινος νους από τα τάρταρα και τα σκοτάδια ψιθύρων και σκιών στον κανονικό, ανοιχτό δημόσιο διάλογο.

Ρατσιστές, ας πούμε, υπήρχαν πάντα. Ίσα ίσα, παλιά πιθανότατα υπήρχαν και περισσότεροι από ό,τι σήμερα, αναλογικά. Αλλά τις αμέσως προηγούμενες δεκαετίες, τότε που μαθαίναμε τα νέα μόνο από την τηλεόραση και τις εφημερίδες, και όταν η μόνη εικόνα για το πώς ζουν και τι σκέφτονται οι άλλοι άνθρωποι ήταν η γειτονιά μας, τα βιβλία και οι ταινίες, οι ρατσιστές κρύβονταν. Ντρέπονταν. Ήταν χαμένοι, δεν τους βλέπαμε πολύ συχνά. Υπήρχαν, τα ίδια σκέφτονταν, πιθανότατα τα ίδια έλεγαν και στους φίλους τους, αλλά πρόσεχαν. Η καθεστηκυία τάξη θεωρούσε το ρατσισμό κακό πράγμα. Οι ταινίες, τα κανάλια, οι εφημερίδες, παρουσίαζαν τους ρατσιστές ως τέρατα. Έτσι οι ρατσιστές φυλάγονταν. Δε φυλάγονται πια.

Φταίει το ίντερνετ.

Πλέον δεν περιμένουμε τις ταινίες να μας πουν πώς ζουν οι άλλοι άνθρωποι. Έχουμε τους ίδιους τους άλλους ανθρώπους. Τα μηχανήματα που συνδέουν την ανθρωπότητα απευθείας με ένα σωρό οπτικοακουστικούς τρόπους δίνουν τη δυνατότητα στους πάντες, όσο περίεργοι, αλλόκοτοι, σπάνιοι ή αποκρουστικοί κι αν είναι, να βρουν κι άλλους που είναι έτσι. Και όταν βρίσκονται μεταξύ τους, παύουν να ντρέπονται. Αυτό, παρεμπιπτόντως, έχει και ευεργετικές συνέπειες για πολλές ταλαιπωρημένες μειονότητες. Αλλά έχει κι άλλες συνέπειες. Παλιά οι ρατσιστές έβρισκαν στη γειτονιά έναν ή δύο -ή κανέναν- που να παραδέχονται ότι σκέφτονται σαν τους ίδιους. Όταν βρίσκονταν σε μικρές ομάδες, συναντιούνταν σε υπόγεια. Στο ίντερνετ βρίσκουν χιλιάδες, εκατομμύρια ομοίους τους. Και όλο ανοίγονται, όλο ξεθαρρεύουν και συνειδητοποιούν ότι μάλλον είναι και πολύ περισσότεροι από ό,τι πίστευαν, και ότι ίσως κακώς ντρέπονταν εξ' αρχής. Και μετά βγαίνει ο Πρόεδρος της Αμερικής και αποκαλεί μεξικανούς μετανάστες "ζώα" και άντε πες στον άλλο να μη λέει δημόσια ότι απεχθάνεται και μισεί τα καφετιά ανθρώπινα όντα τόσο πολύ που θέλει να δει παιδάκια να πνίγονται στο Αιγαίο. Γιατί να μην το πει. Αφού τόσοι το λένε, πια.

Κι έτσι φτάνουμε στο 1/4 του ελληνικού πληθυσμού να δηλώνει ότι πιστεύει ότι μας ψεκάζουν, στους γονείς που ξαφνικά παίρνουν θάρρος και αρνούνται να εμβολιάσουν τα παιδιά τους, στους άλλους που πιστεύουν ότι η Γη είναι επίπεδη, στους Νεοναζί στους δρόμους της Βιρτζίνιας και στα έδρανα της ελληνικής Βουλής, στις αποψάρες του Βασίλη Τσιάρτα για την ομοφυλοφιλία και του Κάνυε Γουεστ για τη δουλεία, στον Όρμπαν να βγαίνει με 49% αλαλάζοντας για το μπαμπούλα των μεταναστών σε μια χώρα χωρίς μετανάστες, στα τουίτ της Ροζάν Μπαρ, στον Φαράτζ και τον Μπόρις Τζόνσον, στον Τραμπ και τα αλαλάζοντα πλήθη στις διαρκείς (προεκλογικές;) ομιλίες του, σε μιαν ατελείωτη παρέλαση άγνοιας, αγραμματοσύνης, φόβου και μίσους που αναβλύζει σαν παχύρρευστα βοθρολύματα από φρεάτια που υπερχείλισαν στην επιφάνεια του δημόσιου διαλόγου χωρίς φίλτρο, χωρίς δισταγμό ή φραγμούς, χωρίς ντροπή.

Να μια θεωρία: Οι δεκαετίες μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η φιλελεύθερη δημοκρατία σταδιακά κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, ήταν ένα διάλειμμα. Μια παρένθεση. Ή μάλλον, καλύτερα, ένα παχύ χαλί ευημερίας και ιδεολογικής κατήχησης κάτω από το οποίο κρύφτηκαν η ασχήμια, το μίσος, οι προκαταλήψεις, τα χειρότερα, πιο αυτοκαταστροφικά ένστικτα του είδους. Το χαλί ξεφτίζει, όμως. Προς το παρόν, αυτοί που κατασκεύασαν το χαλί, οι τρισκατάρατες ελίτ και οι απανταχού φιλελέδες, προσπαθούν να εκτιμήσουν την κατάσταση ψύχραιμα, χρησιμοποιώντας το μαγικό φωτόσπαθο της “λογικής”, να αφουγκραστούν τους απανταχού ψεκασμένους, να καταλάβουν τι είναι αυτό που τους φταίει, μήπως το ότι πήγαν οι δουλειές στην Κίνα, μήπως το ότι οι ίδιες οι τρισκατάρατες ελίτ δεν ακούνε προσεκτικά τα συναισθήματα του “λαού”, μήπως το ότι 1% του πληθυσμού έχει πάρα πολλά λεφτά δικαιολογεί κάποιον από το 99% να θέλει να πνιγούν παιδάκια στο Αιγαίο. Κάπως έτσι το ψάχνουνε. Δεν ξέρω αν θα βρούνε κάτι. Φοβάμαι πως η εξήγηση είναι άλλη, πολύ σκοτεινότερη.

Εγώ από την πλευρά μου προσπάθησα φιλότιμα να κάνω εκείνο τον άνθρωπο να ντραπεί γι’ αυτό που μου είπε. Όχι να κάνω διάλογο για τις απόψεις του ή του αλλάξω γνώμη -τι νόημα έχει, σα να μιλάς σε τοίχο περιμένοντας να αλλάξει χρώμα- αλλά τουλάχιστο να του εξηγήσω ότι δεν δικαιούται καθόλου να μου επικοινωνεί τέτοιες απόψεις, μπας και σκεφτεί την επόμενη φορά που θα θέλει να μοιραστεί το ζόφο και τη χολή του με κάποιον, να τον γκουγκλάρει πρώτα.

Ξέρω ότι αυτό δεν είναι λύση, βεβαίως, και ότι απλά προσπαθούσα να τον κουκουλώσω με το χαλί για λίγο ακόμα. Αλλά δεν ξέρω τι άλλο να κάνω.

Τι να κάνω;

Ηλεκτρική σκούπα;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ