Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Πάνος Καμμένος

Η δίαιτα του ωμού

Ε​​ντάξει το ύφος. Εντάξει η γλώσσα. Το πολιτικό προϊόν χάρη στο οποίο ο Πάνος Καμμένος ήρθε στα πράγματα σερβιριζόταν πάντοτε ωμό. Υπάρχει ακροατήριο γι’ αυτή τη γλώσσα – το ακροατήριο που αναγνωρίζει ως «αυθεντικό» το βάναυσο.

Ομως, ποιο ακροατήριο θα μπορούσε να συγκινηθεί ή καν να συγχωρήσει την εικόνα ενός υπουργού που χαριεντίζεται με πρίγκιπες και φωτογραφίζεται με φόντο τις αραγμένες θαλαμηγούς; Ποια γούστα τάχα ικανοποιεί αυτή η χλιδιάρικη φτήνια; Και πώς ένας τόσο έμπειρος επαγγελματίας της δημαγωγίας δεν έχει κάποιο λαϊκιστικό ένστικτο που να τον προστατεύει από αυτή την έκθεση;

Η ίδια ερώτηση είχε τεθεί και όταν ο Μπερλουσκόνι –αυτός ο πρόδρομος!– συνδύαζε την πρωθυπουργία του με απροκάλυπτα καλλιγούλειο λαϊφστάιλ. Η ψυχοπολιτική ερμηνεία ήταν ότι ο ηγέτης που διαφημίζει την τρυφή του μπορεί και να απενοχοποιεί τις φαντασιώσεις των ψηφοφόρων του. Μπορεί και να ενσαρκώνει επιθυμίες που οι ίδιοι δεν ομολογούν ούτε στον εαυτό τους ότι τρέφουν.

Από τον Μπερλουσκόνι στον Καμμένο και από τον Ντόναλντ Τραμπ στον Αχιλλέα Μπέο –που μνημειωδώς υποσχόταν να μετατρέψει τον Βόλο σε Μονακό– η επίδειξη ισχύος και χρήματος ασκεί άγρια γοητεία.

Η ζωή του υπουργού βαπτίζεται «ζωάρα» όχι άστοχα. Βαπτίζεται έτσι γιατί υπόσχεται κάτι επιπλέον του σκέτου βίου. Υποδηλώνει μια βιταλιστική ορμή που κατατροπώνει τις εντολές της νεωτερικής ηθικής: Αριστεύστε, επενδύστε, αξιολογηθείτε, λέει το «φιλελέ» καθηκοντολόγιο. Και αυτοσυγκρατηθείτε· μην καπνίζετε, μην τρώτε πολύ, μη βρίζετε· κυρίως, μη βρίζετε τις μειονότητες, τις ιδιαιτερότητες, τις ιδιωτικότητες.

Η φιλελεύθερη ορθότητα φαίνεται έτσι να υπαγορεύει μια ψόφια ελευθερία. Ενώ ο πολιτικός που αυτοσυστήνεται ως tycoon, απύλωτος νταής και συμποσίαρχος, προτείνει τα πάντα όλα. Προτείνει ζωώδη ζωάρα.

Δεν πρόκειται, βέβαια, για πρόταση πολιτικά προμελετημένη. Ο Καμμένος είναι απλώς ο Καμμένος· δεν ταιριάζει να του προσάπτεις σκοπούς που δεν φαίνεται σε θέση να υπολογίζει. Το λαϊφστάιλ του Καμμένου παύει όμως να είναι λαϊφστάιλ όταν η κυβέρνηση το νομιμοποιεί ως πολιτική συμπεριφορά· όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δικαιολογεί τις ριπές ψηφιακού αυριανισμού ως «δίκαιη οργή»· και όταν εγκωμιάζει τους τρόπους του κυβερνητικού του εταίρου ως ευελιξία στη μετάβαση από τα «σαλόνια» στα «αλώνια».

Ο Καμμένος αργά ή γρήγορα θα φύγει. Θα μείνει όμως το αλώνι όπου έχει μαρμαρώσει η κουλτούρα των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Θα μείνει το κοινό που έχει συνηθίσει στη δίαιτα της ωμότητας.

Σέρτζιο Ματαρέλα

Δήμος και φρένα

Το μήνυμα κουδούνισε μεσάνυχτα Πέμπτης. Ηταν μια φωτογραφία από την εκπομπή που μετέδιδε εκείνη την ώρα η RAI. Στο ένα τηλεπαράθυρο ο Μάριο Μόντι. Στο διπλανό, με την Ακρόπολη φωτισμένη πίσω του, ο Βαρουφάκης. «Ερχεται να μας σώσει», έγραφε η σαρκαστική λεζάντα του Ιταλού αποστολέα.

Δεν περίμενε κανείς τον Βαρουφάκη να ξεθαλαμώσει για να δει τις συγγένειες της ιταλικής κρίσης με το ελληνικό, μακρύ 2015. Το βέτο του προέδρου Ματαρέλα στον διορισμό ενός δεδηλωμένου «λιρετιστή» –όπως λέμε δραχμιστή– στο υπουργείο Οικονομικών είχε ήδη δώσει το έναυσμα για να αναστηθούν οι κατεψυγμένες αντιμνημονιακές συνειδήσεις.

Η εξέλιξη δικαίωσε τον Ιταλό πρόεδρο. Αλλά τα επιχειρήματα της κριτικής εναντίον του είναι ακόμη ζωντανά: Υπάρχει τρόπος θεσμικής αναχαίτισης της λαϊκιστικής λαίλαπας; Πόσο «δημοκρατική» είναι μια δημοκρατία που δοκιμάζει να βάλει φίλτρα στη λαϊκή βούληση;

Την απάντηση τη δίνει εύγλωττα, σχεδόν λογοτεχνικά, το δεύτερο εδάφιο του πρώτου άρθρου του ιταλικού συντάγματος: Η κυριαρχία, λέει, ανήκει στον λαό, αλλά ασκείται «nelle forme e nei limiti della Costituzione» – κατά τους τύπους και τους περιορισμούς του συντάγματος. Λαϊκή κυριαρχία χωρίς φρένα δεν προβλέπεται.

Το δεύτερο ρεύμα κριτικής προς τον Ματαρέλα δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα, αλλά τη σκοπιμότητα της στάσης του. Κάθε απόπειρα τιθάσευσης των λαϊκιστικών δυνάμεων από την πλευρά του «συστήματος» ρίχνει, λένε, νερό στον μύλο του αντισυστημισμού τους. Τους βοηθάει να κερδίσουν μεγαλύτερη αίγλη, μεγαλύτερη ισχύ και άρα να γίνουν πιο επικίνδυνοι για τη δημοκρατία.

Αξίζει κανείς να σκεφτεί τι έγινε εκεί όπου τα αντίβαρα δεν λειτούργησαν ή δεν υπήρχαν. Ο Ερντογάν, οι τσαβίστας, ο Ορμπαν, o Κατσίνσκι· όλοι είχαν λιγότερο ή περισσότερο ευρεία λαϊκή εντολή· και όλοι τη χρησιμοποίησαν ως καύσιμο αυταρχισμού. Παντού οι δυνάμεις του νέου λαϊκισμού καταχρώνται τα εκλογικά τους ερείσματα για να διαβρώσουν τους θεσμούς. Θα ήταν λιγότερο επικίνδυνος ο καφεκόκκινος συνεταιρισμός της Λέγκας και των Πέντε Αστέρων αν είχε αφεθεί ανεξέλεγκτος; Μάλλον όχι. Το ρίσκο του Ματαρέλα άξιζε τον κόπο. Τουλάχιστον κατέστησε ορατά τα όρια – κι ας παραμένουν ευάλωτα.

Η προβολή της μορφής του Βαρουφάκη στη ρωμαϊκή νύχτα υπενθυμίζει και το εκκρεμές μάθημα της ελληνικής εμπειρίας: Τα αντίβαρα –εγχώρια και ευρωπαϊκά– είναι αναγκαία, αλλά δεν είναι αρκετά. Οσο κι αν περιοριστούν, οι λαϊκισμοί δεν έχουν ηττηθεί μέχρι να ηττηθούν στην κάλπη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ