ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται ο παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος που είχε αναγγελθεί από τον Μάρτιο, αλλά είχε ανασταλεί μέχρι την Παρασκευή 1η Ιουνίου. Τον εγκαινίασε η Ουάσιγκτον την Πέμπτη, επιβάλλοντας δασμούς ύψους 25% στον χάλυβα και 10% στο αλουμίνιο που εισάγει είτε ως πρώτη ύλη είτε ως ολοκληρωμένα προϊόντα από τους σημαντικότερους εμπορικούς της εταίρους, την Ε.Ε., τον Καναδά και το Μεξικό. Προκάλεσε αναπόφευκτα ομοβροντία πυρών από τους συγκεκριμένους εταίρους αλλά και συναγερμό μεταξύ των βιομηχανιών Ευρώπης και Αμερικής. Πρόλαβε, άλλωστε, να ανατρέψει την ατζέντα της συνόδου του G7, που άρχισε λίγες ώρες αργότερα στο Βανκούβερ του Καναδά, και να εκτοπίσει από τη συζήτηση την αισιοδοξία για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.

Oύτε ο διπλωματικός αγώνας στον οποίο αποδύθηκε η Ευρωπαία επίτροπος Σεσίλια Μάλμστρομ ούτε και οι προειδοποιήσεις του ΔΝΤ για τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία δεν κατόρθωσαν να αποθαρρύνουν την κυβέρνηση Τραμπ. Επικαλούμενος νόμο του 1962, ο Αμερικανός πρόεδρος έθεσε θέμα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, που του δίνει το δικαίωμα να επιβάλει περιορισμούς στις εξωτερικές εμπορικές σχέσεις της υπερδύναμης αν απειλείται το εθνικό συμφέρον. Από την οπτική γωνία των Βρυξελλών, η Ουάσιγκτον επιχείρησε να χρησιμοποιήσει την απειλή των δασμών για να αποσπάσει υποχωρήσεις από τους εταίρους της και να αλλάξει τους όρους του διεθνούς εμπορίου προς όφελός της.

Το Πεκίνο, αμέσως μετά τις πρώτες απειλές Τραμπ, ενεπλάκη σε πολλαπλούς γύρους επαφών και έχει επιτύχει έως τώρα τουλάχιστον μία ανακωχή. Οι Βρυξέλλες, όμως, αρνήθηκαν να προσέλθουν επισήμως στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, προτού ανακληθεί η απειλή των δασμών. Από κοινού με το Βερολίνο, διεκδίκησαν μάταια μια μόνιμη εξαίρεση των ευρωπαϊκών προϊόντων από τους επίμαχους δασμούς. Οπως χαρακτηριστικά έθεσε το θέμα ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, η Ευρώπη αρνήθηκε να διαπραγματευθεί «με το όπλο στον κρόταφο».

Ετσι, αυτός ο πόλεμος ενδέχεται να διακυβεύσει τα συμφέροντα της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας αλλά και πολλών αμερικανικών βιομηχανιών που θα δουν να αυξάνεται δραματικά το κόστος των πρώτων υλών. Ισως δοκιμάσει τις σχέσεις μεταξύ συμμάχων και εμπορικών εταίρων και δεν αποκλείεται να αλλάξει τους συσχετισμούς δυνάμεων. Ηδη η Ε.Ε. φαίνεται να προσεταιρίζεται τον Καναδά και το Μεξικό για να συντονίσουν τις κινήσεις τους εναντίον της Ουάσιγκτον. Κι ενώ έχει εμπορικές διενέξεις και με την Κίνα, προσεγγίζει το Πεκίνο, επιδιώκοντας σύσφιγξη των διμερών σχέσεων.

Οι Harley-Davidson, το αμερικανικό ουίσκι και τα μπλουτζίν

Επειτα από σχεδόν δύο μήνες ατελέσφορων προσπαθειών, με στόχο να αποσπάσει από την Ουάσιγκτον μόνιμη εξαίρεση των προϊόντων της από τους δασμούς, η Ε.Ε. αναγκάστηκε να καταφύγει στα αντίποινα με τα οποία είχε απειλήσει την κυβέρνηση Τραμπ από τον Μάρτιο. Την Παρασκευή προσέφυγε στον ΠΟΕ κατά της Ουάσιγκτον, καταγγέλλοντας τους δασμούς στα προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου ως παραβίαση των κανόνων του διεθνούς εμπορίου. Λίγες ώρες νωρίτερα, η επίτροπος Εμπορίου Σεσίλια Μάλμστρομ είχε ανακοινώσει τιμωρητικούς δασμούς σε αμερικανικά προϊόντα προερχόμενα κυρίως από πολιτείες που ψήφισαν τον Ντόναλντ Τραμπ. Ανάμεσά τους οι εμβληματικές μοτοσικλέτες Harley-Davidson, το αμερικανικό ουίσκι και τα μπλουτζίν αλλά και πολλά άλλα, η αξία των οποίων υπολογίζεται σε 2,8 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, όμως, η Ε.Ε. προσέφυγε και κατά του Πεκίνου, καταγγέλλοντας την τακτική του να υποκλέπτει τεχνογνωσία από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, καθώς τις αναγκάζει να σχηματίζουν κοινοπραξίες με κινεζικές, προκειμένου να μπορούν να δραστηριοποιηθούν στην Κίνα. Εν ολίγοις, αφού προσπάθησε να αποφύγει έναν εμπορικό πόλεμο, αναμφίβολα επιζήμιο για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, η Ε.Ε. άνοιξε διπλό μέτωπο. Την ώρα που ανακοινώνονταν τα αντίμετρα της Ε.Ε., ο Αμερικανός υπουργός Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος κατέφθανε στο Πεκίνο για έναν νέο γύρο επαφών με την κινεζική ηγεσία, με την οποία φαίνεται να κυοφορείται κάποιου είδους διακανονισμός έστω και προσωρινός.

Στοχεύοντας, άλλωστε, στις πολιτείες που ελέγχουν οι Ρεπουμπλικανοί, δίνει πολιτική χροιά στον εμπορικό πόλεμο στον οποίο εμπλέκονται πλέον Ευρώπη, Αμερική και Κίνα. Η κ. Μάλμστρομ προσπάθησε ακόμη και μετά την προσφυγή στον ΠΟΕ να κατευνάσει τα πνεύματα, δηλώνοντας ότι «δεν βρισκόμαστε σε εμπορικό πόλεμο αλλά σε πολύ δύσκολη κατάσταση».

Είναι, ωστόσο, γεγονός ότι η εμπορική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ θέτει σε κίνδυνο εξαγωγές προϊόντων της Ε.Ε., συνολικής αξίας 6,4 δισ. ευρώ. Το διακύβευμα για την Ε.Ε. είναι προπαντός, όμως, το συμφέρον των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ στοχεύει, παράλληλα, στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα πολυτελείας, όπως τα μοντέλα BMW και Daimler, που έχουν κατακλύσει την αμερικανική αγορά. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του γερμανικού Τύπου, που προκάλεσαν πτώση των μετοχών γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών, ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε τον Γάλλο ομόλογό του ότι στόχος του είναι να μην κυκλοφορούν πλέον στη Νέα Υόρκη μοντέλα της Mercedes-Benz. Από τον Μάρτιο και τις πρώτες απειλές για επιβολή δασμών, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε αναφερθεί στη δυσαναλογία ανάμεσα στις ευρωπαϊκές και στις αμερικανικές εξαγωγές, και ειδικότερα στο εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ από το διμερές εμπόριο με τη Γερμανία. Τα επιβατικά αυτοκίνητα που εισάγει η Ε.Ε. από τις ΗΠΑ δεν υπερβαίνουν σε αξία τα 6,2 δισ. ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία που αφορούν την περυσινή χρονιά, όταν οι εξαγωγές της Ε.Ε. στις ΗΠΑ ανήλθαν πέρυσι στα 37 δισ. ευρώ, σύμφωνα με την ένωση ευρωπαϊκών βιομηχανιών ACEA, που εδρεύει στις Βρυξέλλες. Η ένωση γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών VDA αναφέρει ότι τα μέλη της εξήγαγαν πέρυσι 657.000 οχήματα στις ΗΠΑ. Αν συνυπολογιστούν και οι εξαγωγές ανταλλακτικών αυτοκινήτων, κινητήρων και αυτοκινήτων, αλλά και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, έφτασαν στα 31,2 δισ. ευρώ το 2016. Οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες της Γερμανίας έχουν, πάντως, μονάδες παραγωγής στις ΗΠΑ, όπου παρήγαγαν πέρυσι 804.000 οχήματα. Γι’ αυτό και η ένωση γερμανικών βιομηχανιών BDI προειδοποίησε πως αν η Ε.Ε. προχωρήσει στην εφαρμογή αντίμετρων, θα πρέπει να περιμένει νέα κίνηση της κυβέρνησης Τραμπ και, εν ολίγοις, νέο γύρο μέτρων.

Το Μεξικό θα επιβάλει δασμούς σε βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ

Για τον Καναδά και το Μεξικό αποτέλεσε δυσάρεστη έκπληξη η απόφαση της Ουάσιγκτον να επιβάλει δασμούς και στα δικά τους προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου. Οι δύο χώρες συνομιλούσαν με την Ουάσιγκτον, στοχεύοντας σε νέα συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, σε μια νέα Nafta, η οποία, όπως όλα δείχνουν, τώρα καθίσταται εξαιρετικά δύσκολο να υλοποιηθεί. Είχαν, άλλωστε, κάθε λόγο να προσβλέπουν σε μια καλή συνεννόηση με την αμερικανική κυβέρνηση, καθώς τα αντίποινά τους θα πλήξουν άμεσα τις αμερικανικές βιομηχανίες. Από επίσημα στοιχεία των δύο χωρών προκύπτει ότι το 76% των αμερικανικών εξαγωγών χάλυβα προορίζεται για το Μεξικό και τον Καναδά. Τώρα, όμως, ενδέχεται να συσπειρωθούν και να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την Ε.Ε., σε μια κοινή αντίδραση που ίσως αποτελέσει δυσβάστακτη πίεση για τις αμερικανικές βιομηχανίες. Αυτό το ενδεχόμενο άφησε ανοικτό η επίτροπος Εμπορίου Σεσίλια Μάλμστρομ. Ο Καναδάς, υπ’ αριθμόν 1 προμηθευτής των ΗΠΑ σε χάλυβα, έσπευσε άμεσα να ανακοινώσει αντίποινα σε αμερικανικά προϊόντα, συνολικής αξίας περίπου 11 δισ. ευρώ, στα οποία συγκαταλέγονται το αμερικανικό ουίσκι, οι χυμοί φρούτων και τα προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου. Το Μεξικό, άλλωστε, ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει μέτρα ανάλογα με το πλήγμα που θα επιφέρει στις βιομηχανίες του η απόφαση της Ουάσιγκτον. Από επίσημες εκτιμήσεις προκύπτει ότι οι δασμοί στα προϊόντα χάλυβα θα κοστίσουν στο Μεξικό περίπου 1,7 δισ. ευρώ τον χρόνο, ενώ οι ΗΠΑ έχουν συγκεντρώσει την τελευταία διετία πλεόνασμα 3 δισ. ευρώ από τις εμπορικές συναλλαγές με το Μεξικό. Ετσι, η χώρα ανακοίνωσε πως θα επιβάλει δασμούς σε αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα των ΗΠΑ, όπως το χοιρινό κρέας, τα φρούτο, το τυρί, αλλά και σε πλάκες χάλυβα που χρησιμοποιούνται στη βαριά βιομηχανία και στους αγωγούς.

Η κατάσταση φαίνεται να είναι διαφορετική για την Κίνα. Ο υπ’ αριθμόν 1 πιστωτής των ΗΠΑ, που ελέγχει το «πυρηνικό όπλο» του ενός και πλέον τρισ. δολαρίων αμερικανικού χρέους, βρίσκεται σε έναν ακόμη γύρο συνομιλιών με την Ουάσιγκτον. Υπογραμμίζοντας τα οφέλη του ελεύθερου εμπορίου στη γραμμή που έχει χαράξει ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ, η Κίνα αντέδρασε στην απόφαση της Ουάσιγκτον, καλώντας όλες τις χώρες «να εναντιωθούν σε κάθε μορφή προστατευτισμού στο εμπόριο και στις επενδύσεις». Η μετάβαση, πάντως, του Αμερικανού υπουργού Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος στο Πεκίνο συνεπάγεται νέες πιέσεις στην κινεζική ηγεσία. Στόχος της Ουάσιγκτον είναι να αυξήσει το Πεκίνο τις εισαγωγές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων και υδρογονανθράκων, ώστε να μειώσει το πλεόνασμα 375 δισ. δολαρίων από το διμερές εμπόριο με τις ΗΠΑ. Πίσω από την ανακωχή ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου φαίνεται ότι υπάρχουν μυστικές συνεννοήσεις. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ανακαλέσει παλαιότερες αποφάσεις του, για να διατηρήσει σε λειτουργία την κινεζική βιομηχανία εξοπλισμού τηλεπικοινωνιών ΖΤΕ, και το Πεκίνο έχει κατακυρώσει πάνω από 30 εμπορικά σήματα στην Ιβάνκα Τραμπ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ