ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το Μακόντο της μοναξιάς σε εικόνες

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Ο Λέο Ματίς και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες κατάφεραν, σε διαφορετικούς χρόνους, να αποδώσουν τη φτώχεια, τις δυσκολίες της ζωής, αλλά ταυτόχρονα και την ομορφιά της κοινής προσπάθειας επιβίωσης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πώς θα σας φαινόταν αν βλέπατε μπροστά στα μάτια σας οπτικοποιημένα τα «100 χρόνια μοναξιά» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες; Πώς θα αντιδρούσατε αν νιώθατε ότι ο μαγικός ρεαλισμός είναι περισσότερο ρεαλισμός παρά μαγικός; Αυτό κατάφερε να κάνει η έκθεση «Ματίς - Γκάμπο. Οι χρονικογράφοι του Μακόντο», που θα παρουσιαστεί από μεθαύριο, Πέμπτη, στο Μουσείο Μπενάκη Πειραιώς, στο πλαίσιο του ιβηροαμερικανικού λογοτεχνικού φεστιβάλ ΛΕΑ, που φέτος γιορτάζει τα δέκα του χρόνια, υπό την αιγίδα της πρεσβείας της Κολομβίας στη Ρώμη, με δικαιοδοσία στην Αθήνα.

Οι φωτογραφίες της νεότερης πτέρυγας του Μουσείου Μπενάκη της οδού Πειραιώς είναι ένα ασπρόμαυρο ρεπεράζ από την πόλη Αρακατάκα, της κολομβιανής Καραϊβικής, γενέτειρα του Λέο Ματίς και του Γκάμπο· ο πρώτος γεννήθηκε το 1917 και πέθανε το 1998, ενώ ο δεύτερος το 1927 και το 2014 αντίστοιχα. Φίλοι από παλιά, έκαναν στενή παρέα την περίοδο που αμφότεροι ήταν στο Μεξικό. Εξάλλου, η πρώτη φωτογραφία της έκθεσης δείχνει τους δύο φίλους, σε προχωρημένη ηλικία, να αγκαλιάζονται γελώντας εγκαρδίως. Κι ενώ οι ίδιοι πέρασαν αρκετό χρόνο συζητώντας γύρω από τη γενέτειρά τους, ήταν η κόρη του Λέο Ματίς, η οποία «τρέχει» το ομώνυμο ίδρυμα στο Μεξικό, που τους έφερε κοντά, έστω και τώρα που αμφότεροι μάλλον κάνουν παρέα εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως. Ηταν η ίδια που διάλεξε τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος που «σχολιάζουν» τις φωτογραφίες του πατέρα της.

Ο Λέο Ματίς, που αποτελεί, τρόπον τινά, τον εθνικό φωτογράφο της Κολομβίας, και το 1949 ψηφίστηκε ως ένας από τους 10 καλύτερους φωτογράφους παγκοσμίως, κατάφερε και απαθανάτισε, περίπου το 1947, έναν τόπο που μόνο ως παραμύθι μπορούσαμε να φανταστούμε διαβάζοντας τα «100 χρόνια μοναξιά» του Γκάμπο. Κι είναι αυτές ακριβώς οι φωτογραφίες εκείνες που δικαιολογούν όλη την ατμόσφαιρα της μοναξιάς της εξουσίας και του πολέμου, παρά το τεράστιο ονοματολογικό δένδρο που συνοδεύει το μυθιστόρημα· της μοναξιάς που νιώθει κανείς όταν λησμονεί τον κόσμο που βρίσκεται έξω από αυτόν – ακόμη κι αν διατείνεται ότι εκείνον υπηρετεί.

Ενα όνειρο που έγινε πραγματικότητα είναι αυτή η συνάντηση των δύο φίλων. Ενα όνειρο να μιλήσουν από κοινού για τον τόπο που τους γέννησε, τους ενέπνευσε, τους οδήγησε στη δημιουργία μεγάλων έργων. Ο Λέο Ματίς και ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες κατάφεραν, σε διαφορετικούς χρόνους, να αποδώσουν τη φτώχεια, τις δυσκολίες της επιβίωσης, αλλά ταυτόχρονα και την ομορφιά της συλλογικής ζωής, έστω και μέσα στην ανέχεια, την ομορφιά που επιφέρει η κοινή προσπάθεια επιβίωσης σε έναν κόσμο που δεν ευνοεί όσους στερούνται μέσων γι’ αυτό που στερεοτυπικά ονομάζουμε «πάω μπροστά». Είναι η ίδια ομορφιά που αποτυπώνεται στα ξυπόλυτα πιτσιρίκια, στις δεσποινίδες του χωριού, στους ψαράδες, ακόμη και στα μισοκατεστραμμένα σπίτια, στη λάσπη. Πολύς ρεαλισμός, διόλου μαγικός... Μαγικός, όμως, ήταν ο τρόπος του Λέο Ματίς και του Γκάμπο· μαγικός ο τρόπος που μίλησαν για την επίγεια κόλαση, δίχως να προσβάλλουν τους ανθρώπους που τους έλαχε να ζήσουν έτσι...

​​Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138. 14 Ιουνίου έως 29 Ιουλίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ