Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Η άλλη Ελλάδα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣTAΣEIΣ

Τα θέλουμε όλα. Ενώ δεν είναι όλα δικά μας. Και στο βάθος του μυαλού μας, εκεί όπου καταχωνιάζουμε τις άβολες αλήθειες, το ξέρουμε πως δεν είναι όλα δικά μας. Κανένας λαός στο πέρασμα της ιστορίας, με τις αλλεπάλληλες ανακατατάξεις και τα αναποδογυρίσματά της, δεν είχε πάντα δίκιο. Κανένα έθνος δεν υπήρξε απολύτως αγαθό και ενάρετο. Κανένα κράτος δεν θεμελιώθηκε δίχως να αδικήσει τους γείτονές του ή να μειώσει ακόμα περισσότερο (γλωσσικά, θρησκευτικά, ηθικά) τις μειονότητες που βρέθηκαν να ζουν μέσα από τα σύνορά του, έπειτα από πολέμους, συμφωνίες ειρήνης, ανταλλαγές πληθυσμών κτλ.

Ακουγα τη Δευτέρα στο Ηρώδειο, στη συναυλία με τίτλο «Τα μυστικά της Εγνατίας» που ετοίμασαν ο Νίκος Κυπουργός, η Ελένη Κουνάδη, ο Νίκος Χατζόπουλος, ο Λεωνίδας Εμπειρίκος και η Μιράντα Τερζοπούλου, μία από τις μικρές ιστορίες που συνέδεαν τις εμφανίσεις των μουσικών και των χορωδών: Μια φωνή ιστορούσε ότι σε κάποια χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, πολύ μετά τον Εμφύλιο, οι γυναίκες που μοιρολογούσαν δικό τους άνθρωπο αναγκάζονταν να κρύβουν τα χείλη τους με το μαντίλι. Σκέπαζαν το στόμα τους για να μην πολυακούνε το μοιρολόι τους οι ενεδρεύοντες φύλακες της νομιμότητας, οι χωροφύλακες και οι μπιστικοί τους. Θρηνούσαν βλέπετε σε απαγορευμένη γλώσσα, αν έχουν τα μοιρολόγια –αν έχει ο θάνατος– γλώσσα ανεπίτρεπτη και γλώσσα απαγορευμένη. Σκεπάζονταν όμως και για να μην τις αναγνωρίζουν. Γιατί θα ’μπαιναν στο κακό μάτι της εξουσίας. Η απόβλητη γλώσσα τους ήταν τα «ντόπικα» ή «μακεδόνικα», που παριστάνουμε πως δεν τα είχαμε ποτέ ακουστά, πως δεν υπήρχαν. Κι ας αναγνώριζε την ύπαρξή τους ο εθνικώς ορθότατος Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας στη Βουλή, το 1959. Κι ας μιλούσε ήδη το 1924 ο Στράτης Μυριβήλης, στη «Ζωή εν τάφω», για τους κατοίκους του «μακεδονίτικου χωριού» Βελούσινα, που αυτοπροσδιορίζονταν ως «Μακεντόν ορτοντόξ» και μιλούσαν «ένα σλαβικό παρακλάδι με πολλά τούρκικα και ρωμέικα στοιχεία». Τι κι αν το ’γραψε ο Λέσβιος συγγραφέας; Ο κ. Αδωνις Γεωργιάδης ξέρει καλύτερα. Γι’ αυτό και βροντοφωνάζει ότι «ουδέποτε ο Μυριβήλης ή όποιο άλλο κείμενο της εποχής μέχρι το 1945 μιλούσε για Μακεδόνες». Ισως έχει διαβάσει τη «Ζωή εν τάφω» σε (αυτο)λογοκριμένη εκδοχή.

Ντράπηκα –και δεν ήμουν ο μόνος– ακούγοντας για τα απαγορευμένα μοιρολόγια. Οπως ντράπηκα ακούγοντας άλλη φωνή, Πομάκου, να μιλάει για την μπάρα που χώριζε Ελληνες όπως αυτός, από την «καθαρή» Ελλάδα έως και τη δεκαετία του 1990...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ