ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι δύο μεγάλες σκιές στην έκθεση βιωσιμότητας χρέους της Ε.Ε.

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για εξαιρετικά μεγάλη χρονική περίοδο και χαμηλή πτήση του ΑΕΠ στο 1% μακροπρόθεσμα είναι οι δύο μεγάλες σκιές στα σενάρια για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, όπως προκύπτει από τη χθεσινή ανάλυση βιωσιμότητας χρέους της Κομισιόν.

«Υπάρχει αβεβαιότητα γύρω από την ικανότητα της ελληνικής κυβέρνησης να διατηρήσει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για αρκετές δεκαετίες», σημειώνει η ανάλυση της Κομισιόν, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για τον βασικό παράγοντα κινδύνου στο σενάριό της.

Η δημοσιοποίηση της ανάλυσης συνέπεσε με την έναρξη, στην Αθήνα, των επαφών του κλιμακίου του ΔΝΤ, προκειμένου να συντάξει την έκθεση βάσει του «άρθρου 4», που θα περιλαμβάνει τη δική του πολυαναμενόμενη ανάλυση βιωσιμότητας χρέους.

Η έκθεση της Κομισιόν θεωρεί το χρέος βιώσιμο, μετά τη λήψη των μέτρων του Eurogroup, αν και στο δυσμενές σενάριο η βιωσιμότητα σταματά το 2036. Για το ΔΝΤ, η Κριστίν Λαγκάρντ στις δηλώσεις της μετά το Eurogroup άφησε να εννοηθεί ότι θεωρεί το χρέος βιώσιμο μεσοπρόθεσμα, αλλά διατηρεί επιφυλάξεις για τον μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Τον κίνδυνο να μην επιτευχθούν τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα ανέδειξαν τις προηγούμενες ημέρες οι περισσότεροι οικονομικοί αναλυτές, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι ποτέ καμία χώρα δεν πέτυχε τόσο υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για τόσο μεγάλο διάστημα.

Υπενθυμίζεται ότι η συμφωνία προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και στη συνέχεια υποχώρηση στο 3% του ΑΕΠ το 2023, 2,5% του ΑΕΠ το 2024 και 2,2% του ΑΕΠ το 2025, το οποίο και θα παραμείνει κατά μέσον όρο έως το 2060.

Σύμφωνα με την ανάλυση της Κομισιόν, επιπλέον παράγοντες κινδύνου είναι η γήρανση του πληθυσμού και η παραγωγικότητα. Ετσι, το δυσμενές σενάριο στην ανάλυση της Κομισιόν, που λαμβάνει υπ’ όψιν του τους παραπάνω κινδύνους, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το χρέος είναι βιώσιμο μόνο έως το 2036 και από κει και πέρα όχι. «Σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο», αναφέρεται, «τα μεσοπρόθεσμα μέτρα που συμφωνήθηκαν από το Eurogroup θα έχουν μια θετική συνεισφορά στη βιωσιμότητα του χρέους για κάποιο χρόνο, αλλά διασφαλίζουν ότι οι χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν κάτω από τα συμφωνημένα όρια μόνο έως το 2036».

Σημειώνεται ότι τα όρια βιωσιμότητας είναι να μην ξεπερνούν οι χρηματοδοτικές ανάγκες το 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και το 20% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα. Επίσης, σύμφωνα με το βασικό σενάριο της ανάλυσης της Κομισιόν, το χρέος θα υποχωρήσει στο 96,8% του ΑΕΠ το 2060.

Για τον λόγο αυτό, η ανάλυση της Κομισιόν επισημαίνει ότι το Eurogroup δεσμεύθηκε να επανεξετάσει το 2032 κατά πόσο χρειάζονται πρόσθετα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους.

Στα αρνητικά στοιχεία της ανάλυσης της Κομισιόν είναι η αναθεώρηση προς τα κάτω της πρόβλεψης για τον μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης. Πλέον, μετά τα πρώτα χρόνια που συμβαδίζει με τις προβλέψεις της Κομισιόν, τον βλέπει στο 1% μετά το 2022, αντί του 1,5% από το 2022 έως το 2030 και του 1,25% μετά, όπως εκτιμούσε πριν από τρεις μήνες. Η ανάλυση εναρμονίσθηκε έτσι με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, οι οποίες είχαν θεωρηθεί τότε υπερβολικά απαισιόδοξες, υιοθετώντας τις ανησυχίες του Ταμείου για τη γήρανση του πληθυσμού.

Η έκθεση βασίζεται επίσης σε παραδοχές για έσοδα ιδιωτικοποιήσεων 14 δισ. ευρώ, μεταξύ του 2018 και του 2060 και για μέσο επιτόκιο δανεισμού 5,1%, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης της Κομισιόν για 4,9%. Η ανάλυση υπολογίζει ότι μέρος από το «μαξιλάρι» διαθεσίμων, 24,1 δισ. ευρώ, με το οποίο θα βγει η Ελλάδα από το μνημόνιο, θα χρησιμοποιηθεί για να χρηματοδοτήσει τις δανειακές της ανάγκες, με αποτέλεσμα αυτό να φτάσει στα 12 δισ. ευρώ το 2022.

Οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας, σύμφωνα με την Κομισιόν, θα είναι 2 δισ. ευρώ τους επόμενους 6 μήνες και θα ανέλθουν σωρευτικά στα 17,6 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2019 και στα 27,1 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2020.

«Το Grexit θα ήταν πιο ακριβή λύση για όλους»

Με τη Γερμανία που ξεπλήρωσε τα χρέη της για τα δάνεια του 1953 το 2010 παραλλήλισε την Ελλάδα ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας Κλάους Ρέγκλινγκ, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Sueddeutsche Zeitung που δημοσιεύθηκε χθες.

«Δεν αμφιβάλλω», είπε, «ότι η Ελλάδα θα είναι σε θέση να επιστρέψει στις αγορές. Και η Ελλάδα θα εξοφλήσει τα δάνειά της. Αυτό θα πάρει χρόνο. Αλλά η τελευταία δόση της συμφωνίας του Λονδίνου του 1953 για το χρέος της Γερμανίας κατεβλήθη μόλις το 2010.

Κανείς δεν του έδωσε σημασία τότε – και αυτό φαντάζομαι ότι θα συμβεί και με την Ελλάδα».Ο κ. Ρέγκλινγκ στη συνέντευξή του αναγνώρισε ότι η Ευρώπη άργησε να αντιδράσει στην αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης και αν το είχε κάνει νωρίτερα θα είχαν εξοικονομηθεί πολλά χρήματα, ενώ και η ελάφρυνση του χρέους θα ήταν καλύτερη. Απαντώντας σε ερώτηση για το μεγαλύτερο λάθος των 8 χρόνων της ελληνικής κρίσης είπε: «Μερικές φορές μας παίρνει πολύ χρόνο για να φτάσουμε σε αποφάσεις. Από την άλλη, έπρεπε να αναπτύξουμε νέα εργαλεία.

Απλούστατα δεν φανταζόμασταν ότι η κρίση θα ήταν αυτού του μεγέθους. Αν οι αποφάσεις είχαν ληφθεί γρηγορότερα, πολλά χρήματα θα μπορούσαν να είχαν εξοικονομηθεί. Επίσης, μια γρηγορότερη ελάφρυνση του χρέους θα ήταν καλύτερη».Σχετικά, τέλος, με την υπόδειξη Σόιμπλε για Grexit, o κ. Ρέγκλινγκ υποστήριξε ότι αυτή θα ήταν πολύ ακριβή λύση, αλλά έδωσε και κάποιο δίκιο στον πρώην υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας.

«Πάντα είχα την άποψη», είπε, «και το είπα στον κ. Σόιμπλε, ότι το Grexit θα ήταν πιο ακριβή λύση για την Ελλάδα και τους πιστωτές της. Αλλά επίσης γνωρίζω ότι μπορεί να το δει κανείς διαφορετικά. Οταν μια χώρα παραβιάζει κάποια όρια, πρέπει να υποστεί τις συνέπειες. Ετσι, η σκέψη δεν ήταν λάθος. Αλλά είναι καλό που μπορέσαμε να κρατήσουμε την Ελλάδα, όπως επίσης και την Ιρλανδία και την Πορτογαλία εντός της νομισματικής ένωσης, χάρη και στον ESM. Aν δεν ήμασταν εκεί, κατά την άποψή μου, η Ευρώπη θα έδειχνε διαφορετική σήμερα».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ