Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Ωραίος καιρός σήμερα;

ΜΑΝΙΝΑ ΝΤΑΝΟΥ

Είχα πάει πριν από πολλά χρόνια, για ένα ρεπορτάζ, να βρω τον τελευταίο παραδοσιακό νομάδα βοσκό, που ζούσε ακόμα, στα 77 του τότε, κάπου έξω από τη Λάρισα, στα καλύβια ενός παλιού τσελιγκάτου, χωρίς νερό και ηλεκτρικό. Ήταν αρχές Μαΐου, στην καρδιά της άνοιξης, αλλά, την ώρα που φτάναμε στην περιοχή, ο καιρός είχε χαλάσει για τα καλά. Έβρεχε ώρες και οι δρόμοι που οδηγούσαν στο λοφάκι όπου έμενε ο κυρ Αποστόλης είχαν λασπώσει αρκετά ώστε να κάνουν δύσκολη την ανάβαση για το αυτοκίνητο. Είχαμε ήδη αρχίσει να αναθεματίζουμε με τον φωτογράφο, όταν φτάσαμε, για να βρούμε τον κυρ Αποστόλη να μας περιμένει έξω, χαρούμενος. «Παλιόκαιρος», είπα μετά τις πρώτες συστάσεις. «Τι λες, κορίτσι μου;» αντέδρασε. «Χθες είχε παλιόκαιρο, ήλιο ντάλα. Ευτυχώς σήμερα έφτιαξε». 

Ήταν η πρώτη φορά που σκέφτηκα ότι ο καλός καιρός είναι πιο υποκειμενικό θέμα απ’ ό,τι είχα φανταστεί. Σύντομα αντιλήφθηκα ότι εκεί συνήθιζαν να αποκαλούν καλό καιρό τον βροχερό και παλιόκαιρο τη λιακάδα και τη ζέστη. «Όταν δεν βρέχει ο Θεός, δεν τρώει κανείς», έλεγε ο κυρ Αποστόλης, που η ζωή του ήταν τα πρόβατα και πιο πολύ απ’ όλα τον ένοιαζε να χορταριάζουν οι λόφοι, να έχουν τα ζώα να φάνε. 

Δεν έχει περάσει χρονιά που να μην τον θυμηθώ, όταν οι άνθρωποι γύρω μου, στο πλαίσιο της ετήσιας εποχικής αμνησίας, επιμένουν να σοκάρονται/απελπίζονται/γκρινιάζουν/θεωρούν σημάδι για το τέλος του κόσμου όταν βρέχει τον Ιούνιο – έναν μήνα που βρέχει κάθε χρόνο. Ξέρω, φέτος έβρεξε περισσότερο και δεν είναι μόνο η βροχή, είναι και η θερμοκρασία, «πού ακούστηκε να έχει 20 βαθμούς τέλη Ιουνίου». Έξαλλοι φίλοι και γνωστοί, διά ζώσης, αλλά και στα σόσιαλ μίντια, εκεί όπου ο κόσμος πλέον συνηθίζει να διοχετεύει την ατελείωτη γκρίνια του για τα πάντα. Copy-paste τα χλιαρά αστεία από πέρυσι και πρόπερσι, τύπου «στο μνημόνιο υπογράψαμε να μας πάρουν το καλοκαίρι», ενώ δίνουν και παίρνουν τα «καλό χειμώνα», «καλά Χριστούγεννα», «winter is here». 

Κι όλα αυτά ως παράπονο που περνάμε τον πρώτο και συνήθως πιο άστατο μήνα του καλοκαιριού με δροσιά, χωρίς να καιγόμαστε από τον καύσωνα που βασανίζει ειδικά όσους ζουν, δουλεύουν ή κινούνται στο κέντρο της Αθήνας ή άλλων μεγάλων πόλεων και δεν κάνουν island-hopping για τρεις μήνες σερί (τους περισσότερους δηλαδή). Και μάλιστα σε μια χρονιά που η ζέστη ξεκίνησε πιο νωρίς από ποτέ, η θερμοκρασία χτύπησε 30άρια τον Απρίλιο, τα κλιματιστικά πήραν μπροστά από τον Μάιο και οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι γκρίνιαζαν τότε για το «τι ζέστη είναι αυτή τόσο νωρίς», «πώς θα αντέξουμε όλο το καλοκαίρι έτσι;», «ας ελπίσουμε να δροσίσει στο ενδιάμεσο». 

«Η συζήτηση για τον καιρό είναι το τελευταίο καταφύγιο όσων δεν έχουν φαντασία», έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ, και φαίνεται πως γενικά ως Δυτικοί δεν έχουμε πολλή φαντασία. Ο καιρός παραμένει ένα από τα αγαπημένα θέματα συζήτησης στον δυτικό κόσμο, ιδίως στα ασανσέρ, στις αίθουσες αναμονής, στα ταξί. Και μάλιστα, χωρίς να είμαστε ποτέ ευχαριστημένοι μαζί του. Ας το παραδεχτούμε. Ίσως τελικά δεν είναι ο καιρός που έχει πρόβλημα, αλλά εμείς.   ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ