Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Από την αποστασία στη μυθοπλασία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Για τις πολιτικές μεταγραφές υπάρχει το παλιό δόγμα Ρέιγκαν. Ο εμβληματικός για τους Ρεπουμπλικανούς Αμερικανός πρόεδρος είχε ξεκινήσει την πολιτική του σταδιοδρομία ως Δημοκρατικός. «Δεν έφυγα εγώ από το Δημοκρατικό Κόμμα», έλεγε· «το κόμμα έφυγε από μένα».

Πιο δυσπρόσιτο –αν και όχι πιο βαθύ– είναι το μεταγραφικό δόγμα Μιχελογιαννάκη. Ο βουλευτής που άλλαξε τρία κόμματα μέσα σε ενάμιση χρόνο –ξεκινώντας από το ΠΑΣΟΚ και καταλήγοντας στον ΣΥΡΙΖΑ με ενδιάμεση στάση τη ΔΗΜΑΡ- αποτελεί αρχέτυπο του κοινοβουλευτικού είδους που ήταν αδιανόητο πριν από την κρίση. Πρόκειται για το είδος που αξιοποιεί τη ρευστοποίηση των κομματικών συνόρων χωρίς να είναι πάντα ευδιάκριτα τα πολιτικά του ελατήρια. Χωρίς, για να το πει κανείς στη γλώσσα του αρχετύπου, να είναι ρητά τα «διακηδεύματα».

Θα περίμενε κανείς ότι η διάδοση του μοντέλου Μιχελογιαννάκη θα είχε διαλύσει τη συμβολική ισχύ που για περίπου μισόν αιώνα διατηρούσε στο συλλογικό υποσυνείδητο το ανάθεμα του «αποστάτη». Σε μία μόνο ψηφοφορία τον Φεβρουάριο του 2012, για το δεύτερο μνημόνιο, «αποστάτησαν» και διεγράφησαν 21 βουλευτές από τη Ν.Δ. και 22 από το ΠΑΣΟΚ. Το ταμπού θα έπρεπε να είχε σπάσει.

Κι όμως, η ανεξαρτητοποίηση του Γιώργου Λαζαρίδη από τους Ανεξάρτητους Ελληνες προκάλεσε ένα κύμα ρετρό σεναριολογίας από την πλευρά του Μαξίμου. Χρησιμοποιήθηκαν όλα τα παλιά συστατικά. Τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι εκδότες. Οι προδότες. Ελειπε μόνο ο ξένος δάκτυλος.

«Για να είμαι ειλικρινής αυτό δεν ήταν στο ραντάρ μας», έλεγε παράγοντας της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντιδρώντας στην είδηση της ανεξαρτητοποίηση του Λαζαρίδη. Στη Ν.Δ. συνέχαιραν τους εαυτούς τους για το «τηγάνισμα» των ΑΝΕΛ στη συζήτηση για την πρόταση δυσπιστίας· και είχαν καταγράψει ως τεκμήριο της επιτυχίας τους την αποσκίρτηση του Δημήτρη Καμμένου. Δεν περίμεναν όμως ότι θα υπήρχε βουλευτής που, έχοντας δώσει ουσιαστικά ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, θα την εγκατέλειπε μόλις μία εβδομάδα αργότερα.

Περισσότερο και από την αριθμητική συρρίκνωση της συμπολίτευσης, στη Ν.Δ. ερμήνευαν σαν σύμπτωμα κατάρρευσης των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ την πανικόβλητη προσφυγή του Μαξίμου στη συνωμοσιολογία.

Η πρόσφατη ιστορία φαίνεται να τους επιβεβαιώνει. Ολες οι κυβερνήσεις που νιώθουν το πολιτικό τους κεφάλαιο να εξαντλείται ενοχοποιούν, αντανακλαστικά, υπονομευτές και σκοτεινά συμφέροντα. Για τους νεοκαραμανλικούς ήταν οι ξένες δυνάμεις που μετά το Βουκουρέστι ήθελαν να εξωθήσουν τον Καραμανλή σε πρόωρη έξοδο. Το 2011 οι παπανδρεϊκοί έβλεπαν συμπαιγνία αποστατών και διαπλοκής που υποτίθεται ότι αναχαίτισε την πρωτοβουλία για δημοψήφισμα και ανάγκασε τον ΓΑΠ σε παραίτηση από την πρωθυπουργία. Οι σαμαρικοί απέδιδαν στην επιρροή επιχειρηματικών παραγόντων την αδυναμία σχηματισμού προεδρικής πλειοψηφίας τον Δεκέμβριο του 2014. Τι διαφορετικό, λοιπόν, κάνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ;

«Συγγνώμη, αλλά αυτοί για το παραμικρό βγαίνουν στην αντεπίθεση κατεβάζοντας τα εικονίσματα», λέει έμπειρο στέλεχος της ελάσσονος αντιπολίτευσης. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, η ιδεολογική χρήση της ιστορίας δεν είναι αντανακλαστικό του όψιμου ΣΥΡΙΖΑ. Είναι γενετικό χαρακτηριστικό του. Το αίμα της δεκαετίας του ’40 και κυρίως του δεύτερου μισού της, το 1963 και τα τρίκυκλα της δολοφονίας Λαμπράκη, το 1965 και η αποστασία ήταν και είναι μόνιμες αναφορές της συριζαϊκής ρητορικής. Ιδίως από τότε που τα ηνία της Ν.Δ. ανέλαβε ο άνθρωπος με το ιστορικά κατάφορτο επώνυμο «Μητσοτάκης».

Μια πιο πεζή εξήγηση της δραματοποίησης που προκάλεσε το κυβερνητικό επιτελείο εστιάζει στην ανάγκη να αποθαρρυνθούν όσοι βουλευτές των ΑΝΕΛ, αλλά και του βορειοελλαδικού, πασοκογενούς ΣΥΡΙΖΑ, αισθάνονται φυγόκεντρη πίεση για το Μακεδονικό. Η επίθεση είναι επιχείρηση συσπείρωσης. Αλλωστε, όπως παρατηρούσε στέλεχος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, «είναι πολύ πιο εύκολο να φύγεις όταν είσαι ο 153ος παρά όταν είσαι ο 152ος».

Αυτή η λογική τελειώνει εκεί όπου αρχίζει το μοντέλο Μιχελογιαννάκη – το πολλαπλώς αστάθμητο μοντέλο πολιτικού, όπου η ιδιοσυγκρασία μπορεί να κατισχύσει της πολιτικής σκοπιμότητας. «Ο Καμμένος είχε δώσει διαβεβαιώσεις ότι ελέγχει τους δικούς του», λέει η ίδια πηγή. «Αλλά ποιος μπορεί να πει ότι έχει τα μέσα να ελέγξει περιπτώσεις όπως ο Κατσίκης ή ο Ζουράρις;». Ποιος μπορεί να μαντρώσει το ταμπεραμέντο που αποστατεί;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ