Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γιώργος Λαζαρίδης
Γραβάτες και κάλτσες

Μ​​έρες που είναι, θυμάται κανείς το 2015. Τότε ο ΣΥΡΙΖΑ ωρυόταν για τη συνωμοσία των διαπλεκομένων υπέρ του «Ναι». Σήμερα ο Τσίπρας αναγνωρίζει ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι «τελικά είχατε δίκιο». Είχε δίκιο ο Πρόεδρος και, προφανώς, τα ΜΜΕ που «συνωμότησαν» υπέρ του δικαίου.

Το δίκιο, βέβαια, δεν ενίσχυσε την πειθώ των παραδοσιακών media έναντι του 62% του εκλογικού σώματος. Ο κόσμος που αναδεικνύει τσιπρικές ηγεσίες δεν είναι ένας κόσμος που μπορεί κανείς να ελέγξει με δυο-τρεις εφημερίδες και ένα-δυο κανάλια. Αυτή είναι μια συνθήκη που ποτέ δεν εμπέδωσαν οι κεφαλές του ΣΥΡΙΖΑ – κεφαλές που αποτελούν εκκολαπτήρια δανεικών φαντασμάτων: Μηχανορραφίες, προβοκάτορες, αποστασίες – όλα δανεισμένα από τις αφηγήσεις του προηγούμενου αιώνα. Ποτέ άλλοτε η καθήλωση αυτή δεν προσέκρουσε σε τόσο κωμικές αντιφάσεις, όσο την προηγούμενη εβδομάδα. Από τον κλονισμό τους, τα κυβερνητικά στελέχη έφτασαν να καταγγέλλουν ως ακροδεξιά βία τα «ντου» του «Ρουβίκωνα»· και ως «σκοτεινά» τα συμφέροντα που έχουν δεδηλωμένα ταχθεί με το μέρος τους.

Η καλύτερη απάντηση στη φιλολογία περί αποστασίας είναι ο ίδιος ο «αποστάτης»: ο Γιώργος Λαζαρίδης. Ο βουλευτής θα ήταν άγνωστος πριν από την ανεξαρτητοποίησή του αν δεν είχε εκδηλωθεί στο Κοινοβούλιο ως οπαδός του ΠΑΟΚ. Εξηγώντας τις τελευταίες ημέρες την αποσκίρτησή του, φάνηκε ότι είναι πάνω από τον μέσο όρο των ΑΝΕΛ –αν γι’ αυτόν τον όρο πάρει κανείς ως γνώμονα τον Κατσίκη, την Κόλια, τον Ζουράρι– χωρίς να προσμετρήσει την πολιτική ποσότητα του ίδιου του Καμμένου.

Εχοντας επιτύχει την ευρωπαϊκή γραβάτα –και αναζητώντας ακόμη τις αντάξιες κάλτσες– ο Τσίπρας σαν να εκπλήσσεται που στηρίζεται ακόμη σε αυτά τα αντιμνημονιακά απολιθώματα. Σαν να μην είχε υπολογίσει πόσο ευάλωτη είναι η πλειοψηφία του στις παρορμήσεις αυτών των στοιχείων – που δεν στεγάζονται μόνο στους ΑΝΕΛ, αλλά εγκαταβιούν και στη δική του κοινοβουλευτική ομάδα. Το Μακεδονικό αφύπνισε αυτό το δυναμικό. Αφάνισε τους ΑΝΕΛ και δημιούργησε ζήτηση για ένα νέο δοχείο εθνικιστικής αγανάκτησης.

Αν πιστέψει κανείς τις μετρήσεις, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν κόβει ψήφους από τη Ν.Δ. Θα μπορούσε να περιμαζέψει τα ορφανά στελέχη των ΑΝΕΛ, όπως ο Λαζαρίδης, και να βρει πελατεία στους ψηφοφόρους του Καμμένου και δεξιότερα. Πρόκειται για ψηφοφόρους που, ούτως ή άλλως, δεν θα πήγαιναν στη Ν.Δ. Εκτός αν πάει σε αυτούς ένα κομμάτι της μακεδονικής Ν.Δ., που ήδη δείχνει τάσεις αυτονόμησης, ζητώντας δημοψηφίσματα. Τότε μπορεί να χρειαστεί να αρχίσουμε να μιλάμε για συμφέροντα.

Γιοακίμ Λεβ
Απρόθυμοι για Ιστορία

Ν​​ομίζεις ότι το να αγαπάς το ποδόσφαιρο είναι να αγαπάς μια ομάδα. Το νομίζεις γιατί έτσι το ζεις, με την ψυχή στο στόμα και το στομάχι στον αυχένα, κάθε φορά που βλέπεις, πάσχοντας, την ομάδα σου. Κι ύστερα έρχεται το Μουντιάλ και σε διαψεύδει.

Δεν ήταν ποδόσφαιρο αυτό που έβλεπες. Ποδόσφαιρο είναι αυτό που βλέπεις τώρα. Αυτό που μπορείς να απολαύσεις αισθητικά από απόσταση, χωρίς να σε σουβλίζει η αγωνία.
Εκτός από την αποκατάσταση της μαγείας του παιχνιδιού, το Μουντιάλ, στο οποίο δεν υπάρχει φανέλα για να ταυτιστείς, προσφέρει και την ελαφρώς σαδιστική θέα στα πάθη των άλλων. Προσέφερε ήδη την εικόνα της ηττημένης Γερμανίας και του Γιόακιμ Λεβ να εκδηλώνει χαμηλόφωνα, γερμανικότατα, την απόγνωσή του.

«Νιώθουμε τεράστια απογοήτευση», έλεγε ο Λεβ· «χάσαμε τη ροή των συνδυασμών μας». Και το έλεγε τόσο αγέρωχα, παγερά, σαν να του απαγορευόταν μια κάποια οδύνη· σαν να ήταν ο συναισθηματισμός μεγαλύτερη ντροπή από την ίδια την ήττα.

Οι συμβολισμοί, πάνω και γύρω από το χορτάρι, είναι τόσο πυκνοί που είναι αδύνατον να τους αντισταθείς. Κλονισμένοι, οι Γερμανοί συγκρίνουν την αποτυχία του εθνικού τους προπονητή με τη δοκιμασία της καγκελαρίου. Και οι δύο παρείχαν στο έθνος ασφάλεια.

Ο Λεβ ήταν δημιουργός και θεματοφύλακας ενός πολιτιστικού προϊόντος που παρουσίαζε ελκυστική τη γερμανική ισχύ – δύναμη και ομορφιά μαζί: το χάρμα της ροής των γερμανικών συνδυασμών.

Η Μέρκελ ήταν εκείνη που εγγυήθηκε μια συλλογική ζωή χωρίς δράμα· που ήξερε να διοικεί βήμα προς βήμα· που προστάτευσε τους Γερμανούς από τις κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας τόσο αποτελεσματικά ώστε να τους καταστήσει –όπως έγραψε στην προχθεσινή Zeit ο Bernd Ulrich– «απρόθυμους και ανίκανους για Ιστορία».

Ποιος αντέχει να βλέπει την Ιστορία να σκάει στην πόρτα του – αυτές τις ροές της αλλότριας δυστυχίας που ο Σόιμπλε ονόμασε «ραντεβού με την παγκοσμιοποίηση»; Και ποιος μπορεί να ζητήσει από τους Γερμανούς να αναλάβουν τα βάρη της Ευρώπης –τα βάρη που ξεφορτώνεται η Αμερική– όταν έχουν επαναπαυτεί θωρακισμένοι από τις φροντίδες μιας σπάνιας μητρικής εξουσίας;

Αυτός ο αποκλεισμός, ο θρίαμβος της Schadenfreude –της σχεδόν πάνδημης χαιρεκακίας– ήρθε στην πιο ανάποδη στιγμή. Τη στιγμή που η Δύση έχει περισσότερο ανάγκη από Γερμανούς που θα νιώθουν σίγουροι και ασφαλείς. Και τώρα νιώθουν ότι όλα είναι εύθραυστα. Τρώνε δύο γκολ από τη Νότια Κορέα. Και τους πουλάει αλληλεγγύη μέχρι και ο Τσίπρας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ