Στάθης Ν. Καλύβας* ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Το μεγαλύτερό μας έλλειμμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Θ​​α περίμενε κανείς πως η έξοδος από τα μνημόνια θα ήταν ένα ορόσημο. Οκτώ χρόνια μετά το Καστελλόριζο, με την οικονομία να δυσκολεύεται να σταθεί στα πόδια της, την καταστροφή των προοπτικών για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, την κοινωνία κατά 25% φτωχότερη, τι μάθαμε απ’ όλη αυτή την περιπέτεια; Πού αστοχήσαμε και πού ευστοχήσαμε; Τι θα κάναμε διαφορετικά;

Αν εξαιρέσει κανείς την κυβερνητική φιέστα στο Ζάππειο, που υπήρξε μάλλον αντικείμενο γενικευμένης θυμηδίας, δεν χρησιμοποιήσαμε την ευκαιρία αυτή για έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο ή, έστω, κάποιο σοβαρό αναστοχασμό. Η όποια συζήτηση εξαντλήθηκε στην επισήμανση πως η έξοδος από τα μνημόνια είναι ψευδεπίγραφη, πως ο έλεγχος θα συνεχιστεί, πως η οικονομία θα συνεχίσει να στενάζει κάτω από το ασήκωτο βάρος του τεράστιου χρέους μας. Ενα μήνυμα επαναλαμβάνεται συνέχεια: δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει σωτηρία. Πορευόμαστε με τις ίδιες πάνω-κάτω αυταπάτες που είχαμε και πριν από την κρίση αλλά με μια ουσιώδη διαφορά: τη μεγάλη, τρομερή απογοήτευση και διάψευση, που αναπόφευκτα οδηγεί στον κυνισμό, στην απάθεια, στην παραίτηση.

Εχει κολλήσει στο μυαλό μου ένα απόσπασμα από το περίφημο άρθρο του Πολ Πόρτερ στο αμερικανικό περιοδικό Collier’s, που δημοσιεύθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1947, την εποχή δηλαδή που οι φλόγες του εμφυλίου αναζωπυρώνονταν στην Ελλάδα. Να θυμίσω εδώ πως ο Πόρτερ ήταν ο ειδικός απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου Χάρι Τρούμαν. Αποστολή του ήταν να αποτιμήσει την κατάσταση και να δει πώς θα μπορούσαν οι ΗΠΑ να συμβάλουν στην επανεκκίνηση μιας κατεστραμμένης και τραυματισμένης κοινωνίας. Ταξίδεψε λοιπόν σε πολλά μέρη και μίλησε με πολλούς ανθρώπους, μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, αλλά και καθημερινούς ανθρώπους. Και σημείωσε το εξής.

«Στη διάρκεια του ταξιδιού μου στην ωραία ελληνική ενδοχώρα, ένας χωρικός με τον οποίο συνομίλησα απεικόνισε με χαρακτηριστικό τρόπο την εθνική ψύχωση των Ελλήνων. Ηταν ένας κουρασμένος και απελπισμένος άνθρωπος, πρόωρα γερασμένος με το πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες και τα χέρια του σε στάση σιωπηρής απελπισίας. “Τέσσερις φορές καταστράφηκε το σπίτι μου στη διάρκεια της ζωής μου”, μου είπε, “από τους Τούρκους, τους Βούλγαρους, τους ναζί και τους αντάρτες. Γιατί να το ξαναχτίσω”; Η απελπισία αυτή είναι χαρακτηριστική. Ολόκληρη η χώρα, από πάνω ώς κάτω ζει μέσα σε μια γκρίζα, συνεχομένη, βαθιά απουσία ελπίδας για το μέλλον· μια απουσία ελπίδας, που μεταφράζεται σε αδράνεια στο παρόν. Από τους μεγάλους κλωστοϋφαντουργούς της Αθήνας ώς τους μικρομαγαζάτορες και αγρότες του βορειότερου κομματιού της Μακεδονίας, οι άνθρωποι έχουν παραλύσει από την αβεβαιότητα και τον φόβο. Οι επιχειρηματίες δεν επενδύουν, οι έμποροι δεν παραγγέλνουν εμπόρευμα, οι αγρότες δεν επισκευάζουν τα κατεστραμμένα τους σπίτια. (…) Η απελπισία που κυριαρχεί σήμερα στην Ελλάδα έχει τεράστια σημασία γιατί ολόκληρο το πρόγραμμα βοήθειας που της παρέχουμε βασίζεται στην παραδοχή ότι οι άνθρωποι θα ξεφύγουν από την αδράνεια που τους περιβάλλει».

Η δεκαετία του 2008-18 δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με αυτή του 1940-50 παρά τις υπερβολές που έχουν κατά καιρούς γραφτεί. Αλλο πόλεμος και άλλο κρίση. Το απόσπασμα, όμως, αυτό παραμένει ιδιαίτερα επίκαιρο γιατί σήμερα, όπως και τότε, το μεγαλύτερό μας έλλειμμα δεν είναι οικονομικό αλλά ψυχολογικό: είναι έλλειμμα αυτοπεποίθησης και πίστης στο μέλλον.

Το παράθεμα του Πόρτερ μάς θυμίζει την τεράστια σημασία των ψυχολογικών συνεπειών που έχουν οι μεγάλες καταστροφές, αλλά και των ψυχολογικών προϋποθέσεων της εξόδου από αυτές. Οπως δείχνει το ίδιο μας το παρελθόν, ο κύκλος «καταστροφή-απελπισία-αδράνεια» δεν είναι αμείλικτος. Τρία μόλις χρόνια μετά τη δημοσίευση του κειμένου αυτού, ξεκινούσε η μεγαλύτερη ανάπτυξη που είχε ποτέ γνωρίσει η Ελλάδα. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, είναι ανάγκη να πιστέψουμε ξανά στον εαυτό μας και στο μέλλον.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ