ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το στοίχημα της φθηνής ρευστότητας

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

Οι τράπεζες λειτουργούν ήδη σε περιβάλλον «μετά waiver εποχής» και σχεδιάζουν τα στρατηγικά τους πλάνα για την εξεύρεση ρευστότητας, εκτός ΕΚΤ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Για την εποχή μετά τη φθηνή ρευστότητα που απολαμβάνουν από την ΕΚΤ προετοιμάζονται οι τράπεζες, έχοντας προεξοφλήσει στα στρατηγικά τους πλάνα την απώλεια του waiver.

Πρόκειται για την κατ’ εξαίρεσιν αποδοχή από την ΕΚΤ των ελληνικών ομολόγων ως ενεχύρων για την παροχή ρευστότητας στις τράπεζες, παρά το γεγονός ότι οι τίτλοι αυτή έχουν χαμηλή πιστοληπτική αξιολόγηση. H εξαίρεση αυτή, το waiver, τελειώνει με την ολοκλήρωση του προγράμματος.

Η απώλεια του waiver θεωρείται σχεδόν βέβαιη κυρίως με βάση την εμπειρία άλλων χωρών όπως η Κύπρος, η οποία έχασε τη δυνατότητα άντλησης φθηνής ρευστότητας με μηδενικό επιτόκιο, όταν βγήκε από το πρόγραμμα. Με αυτό το δεδομένο οι τράπεζες, όπως εξηγούν αρμόδια στελέχη, λειτουργούν ήδη σε περιβάλλον «μετά waiver εποχής» και σχεδιάζουν τα στρατηγικά τους πλάνα για την εξεύρεση ρευστότητας, εκτός ΕΚΤ. Να σημειωθεί ότι η προσπάθεια για τη διατήρησή του δεν έχει εγκαταλειφθεί από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Γιάννη Στουρνάρα, που θα επιδιώξει να πείσει τους ομολόγους του για την επέκτασή του και μετά το τέλος του προγράμματος. Βασικό επιχείρημα θα αποτελέσει το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την Κύπρο που πραγματοποίησε καθαρή έξοδο, η χώρα μας θα βρίσκεται σε καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας, που σημαίνει τη στενή παρακολούθηση των μεταρρυθμίσεων και την τήρηση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων.
Αρμόδια τραπεζικά στελέχη εκτιμούν ότι η ρευστότητα που θα στερηθούν από την ΕΚΤ με την απώλεια του waiver θα μπορέσει να αντισταθμιστεί από την ευκολότερη πρόσβασή τους στις αγορές, είτε πρόκειται για τη διατραπεζική αγορά είτε για τη δευτερογενή αγορά ομολόγων.

Οι αναβαθμίσεις

Σε αυτό βοηθούν οι αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης της χώρας μέσα στο 2018, με πιο πρόσφατη αυτήν της 25ης Ιουνίου από τον οίκο S&P στη βαθμίδα Β+. Οπως εξηγούν, το όφελος από την αποδοχή των ελληνικών τίτλων από το ευρωσύστημα υπολογίζεται κοντά στα 5 δισ. ευρώ, στον βαθμό που η ΕΚΤ δέχεται τους ελληνικούς τίτλους, εφαρμόζοντας προηγουμένως ένα κούρεμα, που κυμαίνεται ανάλογα με το είδος και την ποιότητα αυτών των τίτλων.
Κατά μέσον όρο οι ελληνικές τράπεζες όταν δίνουν ομόλογα αξίας 1 δισ. ευρώ αντλούν περί τα 600 εκατ. ευρώ. Με βάση τους υπολογισμούς για όλο το τραπεζικό σύστημα, η ρευστότητα που θα στερηθούν από την τοποθέτηση κρατικών τίτλων στο ευρωσύστημα και αφού προηγουμένως συνεκτιμηθεί και το κούρεμα, ανέρχεται στα 5 δισ. ευρώ και όπως σημειώνουν πρόκειται για ποσό που μπορεί να το απορροφήσει η διατραπεζική αγορά, παρέχοντας ισόποση ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες.

Συμπληρωματικά και μετά και τις τελευταίες αναβαθμίσεις, οι τράπεζες έχουν στα μελλοντικά τους πλάνα τις τιτλοποιήσεις δανειακών χαρτοφυλακίων, αλλά και τις εκδόσεις ομολόγων μειωμένης εξασφάλισης, μέσω των οποίων μπορούν να αντλήσουν πρόσθετη ρευστότητα. Οι τιτλοποιήσεις επανέρχονται στο προσκήνιο ύστερα από μακρά περίοδο και σύμφωνα με πληροφορίες, θα επιστρατευθούν ως εργαλείο από τα τέλη του 2018. Τα προς τιτλοποίηση χαρτοφυλάκια δεν θα είναι μόνο τα δάνεια μικρομεσαίων επιχειρήσεων με εξασφαλίσεις, αλλά και τα στεγαστικά.

Αντίστοιχα, η προοπτική έκδοσης ομολόγων κυρίως χαμηλότερης διασφάλισης (tier 2) εξετάζεται επίσης σε δεύτερο χρόνο και συγκεκριμένα περί τα τέλη του 2018 και εφόσον εξομαλυνθούν οι συνθήκες στις αγορές και ξεπεραστεί η αβεβαιότητα που εξακολουθεί να δημιουργεί η πρόσφατη ιταλική κρίση. Σε κάθε περίπτωση, αν και με μικρή επιβράδυνση στον ρυθμό που το έκαναν μέχρι σήμερα, οι τράπεζες επιμένουν ότι έως τα τέλη του χρόνου θα έχουν μηδενίσει την εξάρτησή τους από τον ακριβό ELA, που σήμερα προσεγγίζει τα 8 δισ. ευρώ για τις τρεις συστημικές τράπεζες - η Εθνική Τράπεζα έχει υλοποιήσει αυτόν τον στόχο.

Αγνωστος Χ στην εξίσωση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος, με δεδομένη πάντα την ασθενική αύξηση των καταθέσεων, παραμένει η υποχρέωση των φορέων του Δημοσίου να μεταφέρουν τις καταθέσεις τους στον Ενιαίο Λογαριασμό Θησαυροφυλακίου του Δημοσίου στην ΤτΕ. Πρόκειται για 5-6 δισ. ευρώ που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή κατατεθειμένα σε εμπορικές τράπεζες και η μεταφορά τους στην ΤτΕ θα στερήσει πολύτιμη ρευστότητα από το τραπεζικό σύστημα. Γι’ αυτό υπάρχουν συζητήσεις να διοχετευθούν εκ νέου στις τράπεζες, χωρίς ωστόσο οι σχετικές διαπραγματεύσεις να έχουν ολοκληρωθεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ