ΚΟΣΜΟΣ

Οι κλειδοκράτορες του δικαίου και ο άνθρωπος της πέμπτης ψήφου

ΝΙΚΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

Από αριστερά: στην πρώτη σειρά, οι δικαστές Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ, Αντονι Κένεντι, Τζον Ρόμπερτς, Κλάρενς Τόμας, Στέφεν Μπράιερ. Στη δεύτερη σειρά, Ελενα Κέιγκαν, Σάμουελ Αλίτο, Σόνια Σοτομαγιόρ, Νιλ Γκόρσακ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Λίγα βήματα πέρα από τα εικονικά κτίσματα του Καπιτωλίου και του Λευκού Οίκου, στην καταπράσινη καρδιά της Ουάσιγκτον, συναντά κανείς ακόμη ένα ολόλευκο, αλλά σαφώς πιο μετριοπαθές, κτίριο. Στην πρόσοψή του βρίσκονται 12 μαρμάρινες κολόνες που στηρίζουν ένα αυστηρό αέτωμα με την επιγραφή: «Ιση δικαιοσύνη βάσει νόμου». Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ μπορεί να φαντάζει λιγότερο εντυπωσιακό από τα κτίρια των υπολοίπων θεσμών της χώρας, ωστόσο οι επιπτώσεις του στην αμερικανική κοινωνία είναι αδιαμφισβήτητα οι πιο μακροπρόθεσμες. Oι εκτελεστικές αποφάσεις, οι νομοθεσίες του Κογκρέσου, τα μεταμεσονύκτια προεδρικά tweets και ο χείμαρρος ειδήσεων που τα ακολουθεί μπορούν να αντιστραφούν οποιαδήποτε στιγμή ανάλογα με το κομματικό εκκρεμές της εποχής – οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από την άλλη, στιγματίζουν τις γενιές των ΗΠΑ.

Το αμερικανικό σύνταγμα έχει μιαν ιδιαιτερότητα: είναι αρκετά νεφελώδες και δύσκαμπτο στη διαδικασία της αναθεώρησης. Από εκεί πηγάζει και η δύναμη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς οι εννέα δικαστές που το απαρτίζουν είναι αυτοί που έχουν την τελική λέξη για την ερμηνεία του νόμου, καθορίζοντας οι ίδιοι τις ελευθερίες και τα δικαιώματα για τα οποία υπερηφανεύονται οι ΗΠΑ. Οι εννέα «κλειδοκράτορες της δικαιοσύνης» λαμβάνουν κάθε χρόνο περίπου 7.000 υποθέσεις, διαλέγοντας τις 100 σημαντικότερες για κάθε εποχή. Στα σκαλιά του δικαστηρίου έχουν εορταστεί στιγμές-ορόσημα για την αμερικανική δημοκρατία, όπως το τέλος του φυλετικού διαχωρισμού στα πανεπιστήμια τη δεκαετία του ’50, η οριοθέτηση του δικαιώματος στην άμβλωση που πυροδότησε τη σεξουαλική επανάσταση των ’70s και, πιο πρόσφατα, η κατοχύρωση του δικαιώματος στον γάμο για τα ομόφυλα ζευγάρια. Υπό αυτό το πρίσμα, η απόφαση του δικαστή Κένεντι να αποσυρθεί από το ανώτατο δικαστικό σώμα την περασμένη εβδομάδα, έπειτα από 30 χρόνια θητείας, αποκτά βαρύτητα – άλλωστε, πολλές από αυτές τις στιγμές κρίθηκαν από μία μόλις ψήφο του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Ιστορικές αποφάσεις

Ισως το πιο διαχρονικό και αμφιλεγόμενο ερώτημα που έχει απασχολήσει το δικαστήριο είναι η αναφαίρετη φύση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση, ένα αναπόσπαστο κομμάτι της αμερικανικής νοοτροπίας. Το 1964, το ερώτημα αυτό πήρε σάρκα και οστά με τη γαλλική ταινία «Οι εραστές» του Λουί Μαλ, η οποία είχε σοκάρει το συντηρητικό αμερικανικό κοινό με την τρίλεπτη ερωτική σκηνή της, οδηγώντας στην απαγόρευσή της στην πολιτεία του Οχάιο. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέλαβε την υπόθεση, προσπαθώντας να θέσει τα όρια της «αισχρότητας» που δικαιολογεί οποιαδήποτε παρέμβαση λογοκρισίας. Το ζήτημα όμως αποδείχθηκε εξαιρετικά διαιρετικό για το σώμα. Επειτα από μια πολύμηνη, έντονη διαδικασία, η πλειοψηφία αποφάσισε να απαγορεύσει τη λογοκρισία.

Το 1984, αναστατωμένος με τις πολιτικές του προέδρου Ρέιγκαν, ο νεαρός Γκρέγκορι Λι Τζόνσον έλουσε μια αμερικανική σημαία με κηροζίνη και της έβαλε φωτιά – καταδικάστηκε εντός ολίγον λεπτών για προδοσία και «καταστροφή ενός εθνικού συμβόλου», σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα του Τέξας. Hταν μια συμβολική σύγκρουση δύο ιερών αμερικανικών ιδανικών: της ελευθερίας του λόγου και του πιο αγαπημένου συμβόλου της χώρας, και φυσικά η υπόθεση κατέληξε ενώπιον ενός εξαιρετικά διχασμένου Σώματος. Τελικά, η ζυγαριά έγειρε προς την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου, για μία μόλις ψήφο.

Μερικές από τις ιστορικές αποφάσεις του δικαστηρίου παραμένουν εκρηκτικές αντιπαραθέσεις ακόμη και σήμερα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, η Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ντέιβις χρησιμοποίησε μια ξεχωριστή λίστα εισόδου στο πανεπιστήμιο για να αυξήσει την εκπροσώπηση Αφροαμερικανών και άλλων φυλετικών μειονοτήτων. Ο Αλαν Μπάκε, λευκός που απορρίφθηκε από τη σχολή, άσκησε αγωγή, υποστηρίζοντας πως μέλη μειονοτήτων με χαμηλότερους βαθμούς και λιγότερο εντυπωσιακά βιογραφικά πήραν τη θέση του και πως ο ίδιος υπήρξε θύμα διακρίσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε μια σχετικά συγκεχυμένη απόφαση: ζήτησαν από το πανεπιστήμιο να δεχτεί τον Μπάκε στη σχολή, ωστόσο δήλωσαν πως η χρήση της φυλής ως κριτήριο για την εισαγωγή δεν παραβιάζει το δικαίωμα στην ίση προστασία. Μία ακόμη φορά η απόφαση κατέληξε με 5 ψήφους υπέρ και 4 κατά, και το ζήτημα έκρινε ένας μόλις δικαστής του Σώματος.

Ο μυστηριώδης δικαστής

Κανείς δεν έχει υπάρξει καλύτερος εκπρόσωπος της λεπτής ισορροπίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου από τον μυστηριώδη δικαστή Αντονι Κένεντι. Παρότι ο ίδιος προτάθηκε από τη συντηρητική κυβέρνηση Ρέιγκαν το 1988, είναι σχεδόν αδύνατο να τον τοποθετήσει κανείς στον ιδεολογικό χάρτη των ΗΠΑ. Εχει στηρίξει σθεναρά το δικαίωμα των γυναικών στην άμβλωση, έχει γράψει δεκάδες αποφάσεις που εδραιώνουν τα δικαιώματα της ΛΟΑΤ κοινότητας και έχει εναντιωθεί στη θανατική ποινή. Ωστόσο, παράλληλα, υπήρξε και η καταλυτική ψήφος που νομιμοποίησε την απαγόρευση του προέδρου Τραμπ για είσοδο στις ΗΠΑ πολιτών από πέντε μουσουλμανικές χώρες, θεώρησε αντισυνταγματικό το Obamacare και μπλόκαρε οποιονδήποτε περιορισμό στην οπλοκατοχή.

Η απρόβλεπτη δύναμη

Καθώς τα τελευταία χρόνια στο Ανώτατο Δικαστήριο κυριάρχησαν δύο αντίθετα μπλοκ τεσσάρων ψήφων –οι συντηρητικοί και οι φιλελεύθεροι– ο δικαστής Κένεντι υπήρξε ο «άνθρωπος της πέμπτης ψήφου», η απρόβλεπτη δύναμη που καθόρισε μια σειρά από σημαντικά και αμφισβητούμενα ερωτήματα για την αμερικανική κοινωνία. Πολλοί στην Ουάσιγκτον τον αποκαλούσαν τον ισχυρότερο δημόσιο υπάλληλο της χώρας. Αναμένεται να αντικατασταθεί από επιλογή του προέδρου Τραμπ μέσα στις επόμενες εβδομάδες και είναι αδιαμφισβήτητο πως η απόσυρσή του θα σηματοδοτήσει μια νέα εποχή για το δικαστήριο και την κοινωνία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ