Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η διαρκής κρίση της δημοκρατίας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η δημοκρατία, λέει, περνάει κρίση στον κόσμο μας. Ποιος μπορεί να διαφωνήσει μ’ αυτό; Βεβαίως, τίθεται το θέμα των ορισμών. Η διαπίστωση αυτή προϋποθέτει ότι σε κάποιο σημείο του παρελθόντος η δημοκρατία δεν αντιμετώπιζε κρίση. Η έννοια της κρίσης, δε, υπονοοεί μια παροδικότητα. Κρίση είναι, θα περάσει. Και η δημοκρατία κατά συνέπεια θα επιστρέψει σε μια πρότερη, καλύτερη κατάστασή της.

Θα σας πω μια ιστορία.

Το 1948 ο Λίντον Τζόνσον κατέβηκε υποψήφιος για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις εκλογές για τη Γερουσία των ΗΠΑ στο Τέξας. Ήταν 40 χρονών πια, είχε περάσει σχεδόν 11 χρόνια ως μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων και η πολιτική του καριέρα είχε πέσει σε ένα τέλμα. Θα έπρεπε να περιμένει δεκαετίες για να ανέλθει στην ιεραρχία της Βουλής, δεν είχε πια ιδιαίτερα ερείσματα, ισχύ ή επιρροή. Η μόνη του επιλογή για ένα επιτυχημένο πολιτικό μέλλον ήταν να αφήσει την έδρα του στη Βουλή και να διεκδικήσει την εκλογή του στην πιο ολιγομελή, πιο ισχυρή Γερουσία. Είχε ξαναδοκιμάσει το 1941 και είχε αποτύχει, όταν ένα λαϊκιστής υποψήφιος του “έκλεψε” τη νίκη μετά το κλείσιμο της κάλπης. Το 1948, λοιπόν, υποστηριζόμενος από μια κατασκευαστική εταιρεία την οποία είχε βοηθήσει να εξασφαλίσει πολυάριθμα κρατικά συμβόλαια εκατομμυρίων δολαρίων (για φράγματα, στρατιωτικές βάσεις κ.α.) και άλλα οικονομικά συμφέροντα κατέβηκε πάλι υποψήφιος, αποφασισμένος να κάνει τα πάντα για να κερδίσει. Αντίπαλός του για το χρίσμα των Δημοκρατικών (το οποίο πρακτικά εξασφάλιζε και την επικράτηση στις γενικές εκλογές τότε) ήταν ένας ζωντανός θρύλος του Τέξας, ο πρώην κυβερνήτης Κόουκ Στίβενσον, τον οποίο εκτιμούσαν πολλοί όχι τόσο για τις πολιτικές του επιτυχίες, όσο για την τιμιότητα και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, αλλά και για το προφίλ του λιγομίλητου, ντόμπρου, αυτοδημιούργητου καουμπόη. Η νίκη του Στίβενσον θεωρήθηκε βέβαια, μολονότι ο Τζόνσον ξόδεψε αδιανόητα, πρωτοφανή ποσά σε μια φανταχτερή προεκλογική εκστρατεία, κατά την διάρκεια της οποίας μεταφερόταν από πόλη σε πόλη με ελικόπτερο. Και, πράγματι, ο Στίβενσον νίκησε. Το βράδυ των εσωκομματικών εκλογών, ημέρα Σάββατο, τα αποτελέσματα του έδιναν μια πλειοψηφία 20.000 ψήφων σε σύνολο περίπου 1 εκατομμυρίου. Την επόμενη ημέρα ήρθαν τα αποτελέσματα από το Σαν Αντόνιο, μια πόλη στην οποία ο Στίβενσον ήταν εξαιρετικά δημοφιλής. Κι όμως, ο Τζόνσον είχε κερδίσει, μειώνοντας τη διαφορά στις 10.000 ψήφους. Μετά άρχισαν να έρχονται περίεργα αποτελέσματα από απομακρυσμένα εκλογικά τμήματα της κοιλάδας του Ρίο Γκράντε, τα οποία παραδόξως έδιναν όλα τεράστιες νίκες στον Τζόνσον, σε ποσοστά 70 και 80%. Μέχρι να φτάσει η Τρίτη η διαφορά είχε πέσει στις 349 ψήφους. Μετά τα εκλογικά τμήματα της κοιλάδας του Ρίο Γκράντε άρχισαν να στέλνουν νέα, διορθωμένα αποτελέσματα. Οι πλειοψηφίες του Τζόνσον στα “διορθωμένα” αποτελέσματα ήταν ακόμα μεγαλύτερες, 85%, 90%. Σιγά σιγά η διαφορά ροκανίστηκε στις 157 ψήφους. Τότε, την Παρασκευή, έξι ημέρες μετά τις εκλογές, ένα συγκεκριμένο εκλογικό τμήμα έστειλε νέα αποτελέσματα, στα οποία το “769 ψήφοι” είχε διορθωθεί με στιλό σε “969 ψήφοι” και οι 200 επιπλέον ψήφοι, οι οποίες, όπως διαπιστώθηκε αργότερα, είχαν προστεθεί στους εκλογικούς καταλόγους με άλλο χρώμα στιλό και σε αλφαβητική σειρά, ήταν όλες υπέρ του Τζόνσον. Από πού είχαν προέλθει όλες αυτές οι ψήφοι; Ήταν αγορασμένες, κυρίως από φτωχούς Μεξικανούς ψηφοφόρους στο δυτικό Σαν Αντόνιο, ή κατευθείαν από διεφθαρμένους δικαστές που ήλεγχαν εκλογικά κέντρα στο νότο και πούλαγαν τις ψήφους των πολιτών (απόντων, νεκρών, ακόμα και όσων είχαν ψηφίσει, ό,τι κι αν είχαν ψηφίσει) κατά το δοκούν. Έτσι Τζόνσον κέρδισε τις εκλογές με διαφορά 87 ψήφων.

Ακολούθησαν κι άλλα επεισόδια στο σίριαλ, τα οποία περιλάμβαναν δικαστικές περιπέτειες, μια εκστρατεία του Στίβενσον στα επίμαχα εκλογικά κέντρα για να δει τους εκλογικούς καταλόγους συνοδευόμενος από τον Texas Ranger που είχε σκοτώσει τη Μπόνι και τον Κλάιντ (αλήθεια), μια επεισοδιακή ψηφοφορία της αρμόδιας επιτροπής του Δημοκρατικού κόμματος, αλλά τελικά η “νίκη” του Τζόνσον κατοχυρώθηκε, κι έτσι κατέληξε Γερουσιαστής και μπήκε στην πορεία συσσώρευσης πολιτικής ισχύος η οποία τον οδήγησε στο να γίνει Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και, μετά τη δολοφονία του Κένεντι, ο Πρόεδρος που πέρασε το σημαντικότερο νομοσχέδιο για τα δικαιώματα των μαύρων, και αυτός που κατοχύρωσε και κλιμάκωσε την εμπλοκή του αμερικανικού στρατού στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Με αυτή την ιστορία δεν θέλω να σας θυμίσω ότι η δημοκρατία πάντα περνούσε κρίση, ή ότι ποτέ δεν υπήρξε υγιής ή απόλυτη σε σχεδόν καμία χώρα του κόσμου. Αυτά υποθέτω ότι τα ξέρετε. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η δημοκρατία, είτε στα πάνω της είτε στα κάτω της, είναι ένα σύστημα περιορισμένου ελέγχου ή, στην πιο κυνική εκδοχή του επιχειρήματος, ένα placebo ελέγχου για ανήσυχους πολίτες. Οι δυνάμεις της τυχαιότητας, της ανάγκης και της ατομικής βούλησης πάρα πολύ συχνά υπερισχύουν της περιοδικής, γενικής δημοκρατικής εντολής του λαού.

Με αφορμή αυτά που ζούμε σήμερα (τον Τραμπ, τις Ουγγαρίες, τις Πολωνίες, τις Ιταλίες) πολλά καινούρια βιβλία προαναγγέλουν το τέλος της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τουλάχιστο στην εξιδανικευμένη μορφή που την οραματίζονταν οι πολιτικές και κοινωνικές ελίτ της Δύσης μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για παράδειγμα ένα από αυτά, το “How Democracy Ends” του Ντέιβιντ Ράνσιμαν, περιγράφει το πώς οι δημοκρατικοί θεσμοί, ανίσχυροι και ανεπαρκείς εξ’ αρχής, ευάλωτοι σε κόλπα σαν αυτά που χρησιμοποίησε ο Λίντον Τζόνσον και αναρίθμητοι άλλοι σε όλες τις δημοκρατίες του κόσμου, σήμερα τελικά διαλύονται αργά αργά από δημαγωγούς και τεχνολογικές πλατφόρμες. Σύμφωνα με τον Ράνσιμαν, το καλό είναι πως αφ’ ενός η κατάρρευση της δημοκρατίας δεν θα είναι απότομη ή ολοσχερής και, αφ’ ετέρου, το ότι ενδέχεται να αντικατασταθεί από εντελώς νέες (ίσως αποκεντρωμένες, ίσως χρησιμοποιώντας με νέους τρόπους τις νέες τεχνολογίες) μορφές διακυβέρνησης, που μπορεί και να είναι πιο αποτελεσματικές. Υπάρχει και ένα τρίτο, κατά τη γνώμη μου. Ότι η δημοκρατία που αντικαθίσταται δεν λειτούργησε σχεδόν ποτέ και σχεδόν πουθενά με τον εξιδανικευμένο τρόπο που πολλοί φαντάζονταν. Αυτό που, όπως ισχυρίζονται βιβλία και οι απόψεις, αλλάζει και αντικαθίσταται, ήταν “το χειρότερο πολίτευμα εκτός από όλα τα άλλα”, κι αυτό από μόνο του μας έλεγε πως περιθώριο για βελτίωση υπήρχε πάντα, και μάλιστα πολύ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ