Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους;

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Ούτε ο Μέσι είναι ο αγαπημένος μου ποδοσφαιριστής, ούτε παραδοσιακά υποστηρίζω την Αργεντινή στα Παγκόσμια Κύπελλα, ούτε βρήκα οποιοδήποτε ενδιαφέρον στη θλιβερή ομάδα που παρουσιάστηκε φέτος στη Ρωσία. Ο αποκλεισμός της Αργεντινής ωστόσο, που πήρε διαστάσεις εθνικού δράματος, με άγγιξε κάπως κι εμένα. Ίσως επειδή λειτούργησε ως υπενθύμιση ότι το ποδόσφαιρο έχει ακόμα αυτή την ικανότητα να γεννά φαντασιώσεις κι έπειτα να τις συντρίβει. Και λέω ακόμα, γιατί η αποβολή του ρομαντισμού από την κουλτούρα του αθλήματος και η μεταστροφή του σε κάτι που θυμίζει προϊόν (γεγονός που έχει και τα καλά του, βέβαια) μας επιτρέπει όλο και σπανιότερα να νιώθουμε κάποιου είδους συγκίνηση. 

Αυτός ο ρομαντισμός, όμως, επιστρέφει κάθε τέσσερα χρόνια – πολιτικοί ηγέτες πανηγυρίζουν σαν μικρά παιδιά στα επίσημα, παίκτες με χρυσά συμβόλαια γελάνε και κλαίνε στο χορτάρι, εκατομμύρια τηλεθεατές σε όλο τον κόσμο ταυτίζονται για μία βραδιά με ανύποπτους ήρωες που λίγες μέρες αργότερα θα ξεχάσουν το όνομά τους. Ή και όχι. Υπάρχουν ποδοσφαιριστές που τους θυμόμαστε και θα τους θυμόμαστε για πάντα για μία φάση σε έναν αγώνα Παγκοσμίου Κυπέλλου, χωρίς να έχουμε απαραιτήτως ιδέα τι άλλο μπορεί να συνέβη στη ζωή και στην καριέρα τους. Όπως τον Ομάμ Μπιγίκ για εκείνη την περίεργη κεφαλιά στην πρεμιέρα του 1990, τον Σαουδάραβα Αλ-Οβαϊράν που πέρασε όλη την ομάδα του Βελγίου, τον Όλεγκ Σαλένκο που έβαλε πέντε γκολ στο Καμερούν, τον Αν Γιουνγκ Χβαν με το «χρυσό» του γκολ στην Ιταλία, τον Ασαμόα Γκίαν και το χαμένο του πέναλτι στις καθυστερήσεις, τον Τιμ Κρουλ που μπήκε για να πιάσει τα πέναλτι, μπερδεύοντας τους Κοσταρικανούς.  

Οι μύθοι που γεννιούνται στα Μουντιάλ μένουν για πάντα. Βρίσκουν μια θέση στο μνημονικό μας και επανέρχονται κάθε τέσσερα χρόνια, καθώς θυμόμαστε ιστορίες από τα παλιά – καθώς θυμόμαστε ιστορίες από τα παλιά, θυμόμαστε και ιστορίες που δεν έχουν σχέση με το ποδόσφαιρο. Πού ήμασταν στο προηγούμενο Μουντιάλ, πού το είδαμε, τι κάναμε τότε, πώς έχουμε αλλάξει. 

Και κάπως έτσι πέρασε αυτός ο μήνας. Πάντα κάπως έτσι περνάει. Αρχίζει με τρία παιχνίδια κάθε μέρα, δεν προλαβαίνεις να τα δεις. Μετά σου κακοφαίνεται που γίνονται δύο. Την πρώτη μέρα που έχει κενό νιώθεις ξεκρέμαστος, σαν να μην έχεις βρεθεί ποτέ αντιμέτωπος με ένα «άδειο» βράδυ. Στο τέλος αρχίζεις να μετράς. Πέντε παιχνίδια μείνανε, τέσσερα, τρία. Ο μικρός τελικός δεν μετράει. Ο μεγάλος είναι απόψε. Από αύριο θα αναρωτιόμαστε τι θα απογίνουμε χωρίς βαρβάρους – το Μουντιάλ ήταν μια κάποια λύσις. 

Θα έχουμε τουλάχιστον να θυμόμαστε. Τον ψηλόλιγνο Κολομβιανό Μίνα που ήταν ανίκητος στις κεφαλιές, τον έφηβο Εμπαπέ που έτρεχε πιο γρήγορα απ’ όλους, τους Μεξικανούς που παγιδεύτηκαν στο πεπρωμένο τους, τους Άγγλους που έμαθαν να κερδίζουν στα πέναλτι, τον Νεϊμάρ με τα κόλπα και τις τούμπες του, τα γκολ του Καβάνι, τους Βέλγους που πίστεψαν ότι θα τα καταφέρουν, τον Λούκα Μόντριτς που έπαιξε σαν τον καλύτερο ποδοσφαιριστή του πλανήτη, τους διαιτητές και τα «σκονάκια» τους, τους Αργεντινούς που παίρνουν το ποδόσφαιρο πολύ στα σοβαρά, και αυτό κάθε τέσσερα χρόνια δεν μπορεί κάπως να μη σε συγκινήσει. Τέσσερα χρόνια ή έστω τεσσεράμισι, όσο θα πρέπει να περιμένουμε πλέον μέχρι το επόμενο Μουντιάλ, που θα γίνει, θυμίζω, στο Κατάρ, στα μέσα Νοεμβρίου του 2022. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ