Η Ντία Κωτήρα ήταν λυρική τραγουδίστρια, η Γωγώ Μουζακιώτη ξεκίνησε από κομμώτρια, ενώ ο Θωμάς Μανιάκης είναι κινηματογραφιστής από κούνια. Εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, από τις αρχές του ’80, πέρασαν τη ζωή τους λειτουργώντας εμβληματικά θερινά σινεμά της Αθήνας –τα «Όασις», «Ζέφυρος» και «Θησείον»–, έναν καλοκαιρινό θεσμό που προσθέτει στο τουριστικό brand name της Ελλάδας, ενώ την ίδια στιγμή αποτελεί στοιχείο της παλιάς Αθήνας. Χαρακτηριστικό είναι ότι έχουν αποκτήσει φανατικούς θεατές και φίλους, που πηγαίνουν σινεμά χωρίς καν να ρωτήσουν ποια ταινία παίζει. Στις ήσυχες ημέρες του Αυγούστου προσφέρουν μια βραδινή διαφυγή στους λάτρεις της έρημης Αθήνας.

Η Ντία Κωτήρα σπούδασε λυρικό τραγούδι στο Ωδείο Αθηνών και μετά, έχοντας υποτροφία, στη Ρώμη. Κατόπιν έκανε καριέρα στην Ιταλία. Μάλιστα, με τον Ιταλοελβετό οικονομολόγο πρώην σύζυγό της γνωρίστηκε σε συναυλία όπου τραγουδούσε. Εγκαταστάθηκε μαζί του στο Λουγκάνο της Ελβετίας, αλλά... «Χώρισα, ζήλευε, ζήλευε πάρα πολύ. Αλλά εμείς οι καλλιτέχνες είμαστε αλλιώς. Το κοινό σε συγχαίρει, σε αγκαλιάζει, σε ερωτεύεται», λέει σήμερα και χαμογελά αφοπλιστικά. 

Στέκει πίσω από το γκισέ του «Όασις», με τη φιγούρα της να έχει πλέον συνδεθεί με τον θερινό κινηματογράφο της οδού Πρατίνου στο Παγκράτι. Ο χώρος άρχισε να λειτουργεί από τη δεκαετία του ’60, ωστόσο η οικογένεια Κωτήρα τον ανέλαβε τη δεκαετία του ’80. 

 


«Όασις» εν μέσω Παγκρατίου.

 

Φίλοι με τους θεατές

Γεμάτος πρασινάδες, στρωμένος με φρέσκο χαλίκι, πεντακάθαρος και με πήλινα δοχεία που παραπέμπουν σε μια άλλη εποχή και αισθητική, ο κινηματογράφος έχει αποκτήσει φανατικούς φίλους. Όχι μόνο λόγω των ταινιών που προβάλλει, αλλά και χάρη στην Ντία και στην αδελφή της Μαρία. «Γίναμε φίλοι με τους θεατές, πολλούς τους γνωρίζω με τα ονόματά τους», αναφέρει, και θυμίζει πως οι θερινοί κινηματογράφοι συνεχίζουν να γοητεύουν και τις νέες γενιές, αφού «δεν είναι μόνο η απόλαυση μιας ταινίας κάτω από τα αστέρια. Μεταδίδουν τις αξίες της αστικής ζωής στην Αθήνα, που πάντα γοητεύει. Και αυτό είναι σπουδαίο». 

«Η νεολαία τρελαίνεται για τα κλασικά έργα», προσθέτει από την πλευρά του ο 78χρονος Θωμάς Μανιάκης, επισημαίνοντας ότι τα θερινά έχουν συνδεθεί με τις επανεκδόσεις παλιών καλών ταινιών. Ο κινηματογράφος του κ. Μανιάκη, το «Θησείον» στους πρόποδες της Ακρόπολης, λειτούργησε για πρώτη φορά το 1935. Λόγω της θέας του και της περιοχής, ο πάντα περιποιημένος κινηματογράφος στον πεζόδρομο της Αποστόλου Παύλου 7 έχει υμνηθεί από ξένα ΜΜΕ, όπως το CNN και το BBC. Πλέον έχει γίνει πόλος έλξης για τους τουρίστες, και δη τους Αμερικανούς, που δεν έχουν θερινούς κινηματογράφους στις χώρες τους. Έτσι στο «Θησείον» οι ξένοι θεατές φτάνει να είναι και οι μισοί στο σύνολο, με αποτέλεσμα «να ζητούν περισσότερο αμερικανικές, εμπορικές ταινίες», όπως λέει ο κ. Θωμάς. 

«Τον πήρα το καλοκαίρι του 1980 και είπα “ο Θεός βοηθός”. Ευτυχώς, μας βοήθησε. Τώρα τον λειτουργώ με τον ανιψιό μου. Οι Αθηναίοι μάς στηρίζουν, έρχονται από διάφορες γειτονιές. Ωστόσο το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχουν πια πολύ καλές παραγωγές. Μόνο αυτές που λέμε για ποπ-κορν και Κόκα- κόλα», παρατηρεί.

 

 

Από το πρωί στο σινεμά

Ο κ. Μανιάκης είναι από το πρωί στον κινηματογράφο, η ζωή του έχει δεθεί με την καθημερινότητα του «Θησείον», με τα προβλήματα, με τις μπόρες – μία από αυτές τώρα, που εξετάζεται ο κινηματογράφος να γίνει πολιτιστικό κέντρο. Ο κ. Θωμάς απαντά με ένταση: «Θα το παλέψω να μη γίνει. Είναι ένα κομμάτι της ιστορίας της Αθήνας». Άλλωστε, το σινεμά για εκείνον είναι η ζωή του...

«Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον “Ζέφυρο”», λέει, συμπλέοντας με τον κ. Μανιάκη η Γωγώ Μουζακιώτη, ιδιοκτήτρια του ιστορικού σινεμά στα Πετράλωνα, που πρωτολειτούργησε –με άλλη μορφή βέβαια– το 1938. Ο κινηματογράφος αποτελεί σημείο αναφοράς της οδού Τρώων, που ζει τη δική της εμπορική άνθηση τα τελευταία χρόνια. Η κ. Μουζακιώτη κάθεται στο ταμείο και πίσω της στέκει η φωτογραφία του άντρα της, Νίκου. «Έφυγε» νωρίς, ωστόσο η κληρονομιά του είναι το σινεμά που κάθε μέρα παίρνει ζωή από τον κόσμο.  

«Γεια σας, τι θα δούμε σήμερα;»

«Ο Νίκος ήταν ηθοποιός, αλλά, όταν παντρευτήκαμε, ένιωσα πως δεν ήθελα να παίζει. Τον σταμάτησα και έτσι ξεκίνησε με τις κινηματογραφικές αίθουσες. Στην αρχή είχε αναλάβει αρκετές. Κατέληξε με τον “Ζέφυρο”. Ξεκινούσαμε Πάσχα και κλείναμε τον Οκτώβριο, όσο κρατούσε η καλοκαιρία. Η χαρά του ήταν να κάθεται στο τραπεζάκι μπροστά στον “Ζέφυρο” και να βλέπει τον κόσμο να του λέει καλά λόγια για τις ταινίες. Οι πελάτες είχαν γίνει σαν φίλοι», παρατηρεί η κ. Μουζακιώτη. 

Ο θερινός κινηματογράφος στα Πετράλωνα παρουσιάζει πάντα καλές, ποιοτικές ταινίες –πολλές φορές επανεκδόσεις ταινιών που έχουν αφήσει εποχή–, και έτσι πολλοί θεατές δεν ενημερώνονται προηγουμένως για το τι παίζει τη συγκεκριμένη μέρα. Πηγαίνουν στον «Ζέφυρο», 9 ή 11, και απλώς ρωτούν την κ. Γωγώ: «Γεια σας, τι θα δούμε σήμερα;»...■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ