ΚΟΣΜΟΣ

Η επικίνδυνη ρητορική κατά του Τύπου

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει πετύχει να χρησιμοποιήσει την κριτική των ΜΜΕ ως εργαλείο κινητοποίησης της εκλογικής του βάσης – αδιαφορώντας για τις συνέπειες όσον αφορά αμερικανική δημοκρατία και την ελευθεροτυπία διεθνώς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Είχα μια πολύ καλή και ενδιαφέρουσα συνάντηση στον Λευκό Οίκο με τον Α. Γ. Σούλτσμπεργκερ, εκδότη των New York Times. Μίλησα για πολύ ώρα για τις τεράστιες ποσότητες ψευδών ειδήσεων που παράγουν τα μέσα, και πώς αυτές οι ψευδείς ειδήσεις μετατράπηκαν στη φράση, “Εχθρός του Λαού”. Λυπηρό!».

Το tweet δεν θα μπορούσε παρά να είναι από τον Ντόναλντ Τραμπ. Δεν είναι μόνο η απλοϊκή γλώσσα και το σήμα κατατεθέν της μονολεκτικής αξιολογικής πρότασης στο τέλος. Είναι και το γεγονός ότι το περιεχόμενό του ταχέως διαψεύστηκε: δύο ώρες αργότερα, ο 37χρονος εκδότης των Times εξέδωσε μία σύντομη ανακοίνωση, δίνοντας τη δική του, πολύ διαφορετική εκδοχή για τη συνάντηση –που ο ίδιος ο πρόεδρος Τραμπ είχε ζητήσει– της 20ής Ιουλίου.

Ανησυχία

«Ο βασικός σκοπός για τον οποίο αποδέχθηκα τη συνάντηση ήταν για να εκθέσω την ανησυχία μου για τη βαθύτατα προβληματική ρητορική του προέδρου κατά του Τύπου», έγραψε ο κ. Σούλτσμπεργκερ. «Δήλωσα ευθέως στον πρόεδρο ότι θεωρώ τη γλώσσα που χρησιμοποιεί όχι απλά διχαστική, αλλά αυξανόμενα επικίνδυνη. Του είπα ευθέως ότι ενώ η φράση “fake news” είναι μη αληθής και επιβλαβής, με προβληματίζει πολύ περισσότερο ο χαρακτηρισμός δημοσιογράφων ως “εχθρών του λαού”. Προειδοποίησα ότι αυτή η εμπρηστική ρητορική συμβάλλει στην αύξηση των απειλών κατά των δημοσιογράφων και θα οδηγήσει σε βία».

Ο κ. Σούλτσμπεργκερ, μιλώντας σε δημοσιογράφο της εφημερίδας του, ανέφερε επίσης ότι είπε στον Αμερικανό πρόεδρο πως οι εφημερίδες στις ΗΠΑ έχουν αρχίσει να τοποθετούν ένοπλους φρουρούς στην είσοδο των κτιρίων τους, λόγω αυξημένης απειλής επιθέσεων – ο κ. Τραμπ εξεπλάγη που αυτό δεν γινόταν από πριν.

Οπως παρατήρησε, χθες, η Washington Post –ο έτερος αγαπημένος στόχος επιθέσεων του κ. Τραμπ–, οι ανησυχίες του κ. Σούλτσμπεργκερ δεν είναι προϊόν παράνοιας ή υπερβολής. Τον περασμένο Μάιο, ερευνητές του European Center for Press and Media Freedom στη Γερμανία δημοσίευσαν μελέτη τους σχετικά με αύξηση των κρουσμάτων βίας κατά δημοσιογράφων στη Γερμανία την περίοδο 2014-7, και ειδικά κατά την κορύφωση της προσφυγικής κρίσης το 2015.

Ηταν η εποχή της ανόδου του ξενοφοβικού κινήματος Pegida, οι οπαδοί του οποίου αναβίωσαν τη ναζιστική μομφή lügenpresse («Τύπος που ψεύδεται») κατά των δημοσιογράφων. Την ιαχή υιοθέτησαν ορισμένοι ηγέτες του κινήματος, παροτρύνοντας τους διαδηλωτές να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους. Το αποτέλεσμα ήταν τα κρούσματα βίας εναντίον των εκπροσώπων των ΜΜΕ στη χώρα να αυξηθούν από τέσσερα το 2014 σε 29 το 2015.

Ο Μίκαελ Χίλερ, επικεφαλής της Δημοσιογραφικής Ενωσης Σαξονίας (το κρατίδιο με τις περισσότερες επιθέσεις), μιλώντας τη χρονιά εκείνη στους ερευνητές του ECPMF, εξέφραζε ως εξής την κατάσταση: «Οταν ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις του Pegida, αρχικά κανείς δεν μιλούσε στους δημοσιογράφους. [...] Στη συνέχεια υπήρξαν φραστικές επιθέσεις. Η τρίτη φάση είναι σωματικές επιθέσεις, φωνές, φτύσιμο και σπρωξιές». Ο Ντερκ Μπίργκελ, διευθυντής σύνταξης της τοπικής εφημερίδας Dresdner Neueste Nachrichten, μιλώντας για ένα επεισόδιο κατά το οποίο δημοσιογράφος της εφημερίδας είχε γρονθοκοπηθεί σε διαδήλωση του Pegida, ανέφερε: «Τα όρια ξεπερνιούνται συνειδητά, ώστε να προκαλέσουν αβεβαιότητα και ίσως για να επηρεάσουν το περιεχόμενο του ρεπορτάζ».

Στην ανακοίνωσή του, ο κ. Σούλτσμπεργκερ τονίζει τις αρνητικές επιπτώσεις της στάσης του κ. Τραμπ για την ελευθερία του Τύπου στο εξωτερικό. Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Απρίλιο στην επιθεώρηση Index of Censorship, περισσότεροι από 20 διεθνείς ηγέτες κατά τους προηγούμενους 12 μήνες είχαν χρησιμοποιήσει τον όρο «fake news» εναντίον δημοσιογράφων (κάτι για το οποίο καυχήθηκε ο κ. Τραμπ στη συνάντησή του με τον εκδότη των New York Times). Στις τάξεις τους ήταν οι ηγέτες καθεστώτων όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Τουρκία, η Βενεζουέλα, οι Φιλιππίνες, η Αίγυπτος, η Λιβύη, η Συρία και η Μπούρμα, αλλά και οι πρωταγωνιστές της «αντιφιλελεύθερης δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση», η Πολωνία και η Ουγγαρία. Οπως σημειώνεται στο άρθρο, «οι κατηγορίες περί ψευδών ειδήσεων χρησιμοποιούνται για να δικαιολογηθεί το κλείσιμο επικριτικών μέσων, η φυλάκιση δημοσιογράφων, η λογοκρισία του περιεχομένου και η αναστολή πρόσβαση του κοινού στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης».

«Εσωτερικός εχθρός»

Οι κατηγορίες περί ψευδών ειδήσεων και η στοχοποίηση των μέσων ενημέρωσης ως «εσωτερικού εχθρού» αποτελεί, δυστυχώς, προσφιλή τακτική και της ελληνικής κυβέρνησης. Στη λογική αυτή υπάγονται το πρόσφατο εμπάργκο του κυβερνώντος κόμματος κατά του ΣΚΑΪ, οι συχνές αναφορές κορυφαίων κυβερνητικών στελεχών σε «βοθροκάναλα», «πληρωμένα μικρόφωνα», «στάβλους» κ.ο.κ., οι σκοτεινές υπόνοιες για «σχέδια ανωμαλίας» που εξυπηρετούν τα «μέσα της διαπλοκής». Σαν να ψιθυρίζουν υποσυνείδητα: βία στη βία της τέταρτης εξουσίας.

Μένει να φανεί, στην Ελλάδα και αλλού, έως πότε οι λαϊκιστές μπορούν να επιβιώσουν στην κυβέρνηση ρίχνοντας όλο το φταίξιμο αλλού – και πόση ακόμα ζημιά θα κάνουν μέχρι την αναπόφευκτη πτώση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ