ΕΛΛΑΔΑ

Στα χαρακώματα του πένθους

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟ-ΒΟΛΕΣ

Ηταν πολλοί εκείνοι που επιτίμησαν, και μάλιστα με σφοδρότητα, όσους στα social media, καθ’ όσον καίγονταν άνθρωποι, ζώα και περιουσίες σε Ανατολική και Δυτική Αττική, ανέβαζαν φωτογραφίες από τις διακοπές τους, σέλφι σε καταγάλανα νερά, γυμνά πόδια στην άμμο, κοκτέιλ ανάμεσα στους μηρούς και μεζεδάκια σε παραθαλάσσιες ταβέρνες. Για ακόμη μία φορά, σύμπας ο διαδικτυακός κόσμος χωρίστηκε στα δύο, οι περισσότεροι πήραν στιβαρή και άκαμπτη θέση στα χαρακώματα που χωρίζουν αυτούς που «σέβονται» την καταστροφή από εκείνους που δεν τη «σέβονται».

Δεν θέλω να υπερασπιστώ τους δεύτερους – σιωπώ, μουδιασμένος, στη διαδικτυακή μου παρουσία από τις 23 Ιουλίου. Δεν μου φαίνεται εύκολο να κατηγορήσω όσους επέλεξαν να συνεχίσουν τη ζωή τους «σαν να μη συμβαίνει τίποτα»· δεν μπορώ να επιτεθώ σε όσους εκεί βρίσκουν τη γιατρειά τους· εξάλλου, οι διακοπές καθίστανται ακόμη ιερότερο «έχειν» σε μια χώρα όπου είτε είσαι άνεργος είτε καλύπτεις πολλά πόστα ταυτόχρονα. Κι είναι μερικές φορές που θέλεις να το δείξεις – «είμαι εδώ και κάνω αυτό». Αυτό λαχταράει ο αχόρταγος ναρκισσισμός των social media...

Σίγουρα, βέβαια, δεν θέλω να υπερασπιστώ τους πρώτους, που, σε μιαν έξαρση ηθικολογίας, απαίτησαν τη σιωπή όσων συνέχιζαν τη ζωή τους «ωσάν να μην τρέχει τίποτα». Ανάμεσα στη συγκινητική κινητοποίηση υπέρ των –ούτε διανοούμαι σε ποιον επώδυνο βαθμό– πληγέντων, οι ίδιοι έβρισκαν χρόνο να κατηγορήσουν όσους αποφάσιζαν να δείξουν ότι περνούν καλά. Δεν ξέρω αν όλοι, αυτοί οι τελευταίοι, μπορούν να ενταχθούν στην κατηγορία «έτσι μπορώ να ξεπεράσω το σοκ», αλλά μου είναι αδιανόητο να φανταστώ επιτίμια για κάποιον που δεν συμμετέχει –τουλάχιστον με τα γνωστά... πενθόμετρα– στον σχεδόν πάνδημο θρήνο. Και μου είναι ακόμη περισσότερο αδιανόητο να το φανταστώ όταν σκέφτομαι ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή κάποιοι όντως –όχι ασφαλώς αδικαιολόγητα– έχουν πεισθεί ότι σε αυτήν τη χώρα, πράγματι, «δεν γίνεται αλλιώς, έτσι κάποτε θα πάμε όλοι, οπότε ας συνεχίσουμε τη ζωή μας όπως μας έρχεται και για όσο ακόμα είμαστε σε αυτήν». Ακόμη κι όταν αυτή, η ζωή, αργά και σταθερά, χάνεται, σβήνει, αφήνεται στην τυχαιότητα, στο «όσα φέρει η ώρα», που συνήθως είναι η κακιά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ