Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Παναγιώτης Χαμηλοθώρης

Το αταυτοποίητο

Δ​​​​εν υπάρχουν λόγια», έλεγαν και ξαναέλεγαν οι επαγγελματίες που όφειλαν να έχουν λόγια για να περιγράψουν αυτό που συνέβαινε. Τελικώς, λόγια βρέθηκαν. Η ιατροδικαστική δάνεισε τη γλώσσα της στη δημοσιογραφία, όταν πια είχε κάπως κρυώσει το «ανείπωτο» και επιδεχόταν κάλυψη και καταμέτρηση. Μπορούσε πια να τεθεί σε κίνηση η μιντιακή λιτανεία των σορών και η διαίρεσή τους σε ταυτοποιημένες και αταυτοποίητες.

Αταυτοποίητες; Ο όρος έμοιαζε ψυχρός, αλλά στην πραγματικότητα απηχούσε πιο πιστά την τραγικότητα της συνθήκης. Αυτοί, οι αταυτοποίητοι νεκροί, είχαν πάθει κάτι χειρότερο από τον θάνατο. Ο «κανονικός» νεκρός, αυτός που εκπνέει σε συμμετρία με τη φύση και όχι από τύχη ασύμμετρη, δεν χάνει την ταυτότητά του. Δεν χάνει την ανθρωπινότητά του. Γνωρίζεται, αναγνωρίζεται, αποχαιρετίζεται και μνημονεύεται. Οι Αταυτοποίητοι, όμως, ούτε ζούσαν πια ούτε είχαν ακόμη πεθάνει. Υπήρχαν μόνο σαν «ορφανό γενετικό υλικό».

Ακόμη και οι σοροί που δραπέτευαν από το στάδιο του αταυτοποίητου, για να παλιννοστήσουν στην ανθρωπότητα, μνημονεύονταν όχι για το πώς είχαν ζήσει, αλλά για το πώς είχαν χαθεί· πώς προσπάθησαν να ξεφύγουν, πώς εγκλωβίστηκαν, πώς τους αναζητούσαν οι συγγενείς τους που, απεγνωσμένοι, νόμιζαν ότι τους έβλεπαν στην τηλεόραση.

Δεν φταίνε –φταίμε– τα media. Ο κυκλικός ρυθμός στην κάλυψη μιας μονοθεματικής επικαιρότητας δημιουργεί αυτομάτως την αίσθηση της ρουτίνας. Το μεταδιδόμενο γεγονός χάνει τη μοναδικότητά του. Δεν αναλύεται. Διαλύεται σε τόσες λεπτομέρειες που ο ιστορικός του πυρήνας δεν είναι πια ορατός.

Για να ξαναδείς τον πυρήνα, πρέπει να διανύσεις τη μιντιακή απόσταση προς τα πίσω. Πρέπει να ταυτοποιήσεις αυτό που συνέβη. Να συναντήσεις ξανά τη 13χρονη ποδηλάτισσα Εβίτα Φύτρου, τον 11χρονο αδελφό της Ανδρέα και τον πατέρα της Γρηγόρη. Την 35χρονη Μαργαρίτα Διονυσιώτη, που κατέληξε στο νοσοκομείο έντεκα ημέρες μετά το έξι μηνών μωρό της. Τον Φίλιππο και τη Σοφία Φιλιπποπούλου μαζί με τις δίδυμες εγγονές τους, Βασιλική και Σοφία. Πρέπει να θυμηθείς τον 29χρονο Παναγιώτη Χαμηλοθώρη, που το απόγευμα της Δευτέρας επέστρεφε από τη δουλειά του στο Μαρούσι, στο σπίτι του, στον Μαραθώνα. Επαιζε μπάσκετ στην ομάδα του Μαραθώνα. Ηταν περαστικός από τη φωτιά. Η τελευταία λέξη που είπε στους δικούς του ήταν «έμπλεξα». Δεν είχε αυθαίρετο στο Μάτι.

Το προσκλητήριο δεν δίνει, βέβαια, νόημα σε αυτούς τους θανάτους. Οι θάνατοι, όμως, δίνουν στο γεγονός νόημα. Δίνουν τα λόγια για να ταυτοποιηθεί το «ανείπωτο»: Κάηκαν 88.

Κωστής Δασκαλάκης

Γόνιμο τζετ λαγκ

Τ​​α σχολεία εκτρέφουν παπαγάλους. Τα πανεπιστήμια εκκολάπτουν μπάχαλα. Πώς λοιπόν γίνεται τα προϊόντα αυτού του χρεοκοπημένου εκπαιδευτικού συστήματος να διαπρέπουν εκτός συνόρων;

Η αυτονόητη απάντηση σε αυτό το μπανάλ ερώτημα εστιάζει στο προσωπικό χάρισμα· στο έμφυτο ταλέντο, που νικάει τις αντιξοότητες. Δεν είναι όμως αυτή η απάντηση που δίνει ο Κωστής Δασκαλάκης. Ο 37χρονος καθηγητής του ΜΙΤ, ο οποίος ξεκίνησε από το Μετσόβιο για να φτάσει, την Πέμπτη, στην κατάκτηση του βραβείου Nevanlinna, κάθε φορά που ερωτάται «τι έμαθε στην Ελλάδα», απαντά αλληγορικά: «Street fighting». Εμαθε να επιβιώνει παίζοντας ξύλο στον δρόμο.

Η απάντηση υποδηλώνει ότι ο Δασκαλάκης δεν ξεπέρασε απλώς τις αντιξοότητες. Τις αφομοίωσε ως μέρος της εκπαίδευσής του. Είναι η θεωρία της ωφέλιμης ζούγκλας. Από την ελληνική ζούγκλα αποφοιτάς όχι μόνο σκληραγωγημένος, αλλά και προικισμένος με ένα είδος ψυχοδιανοητικής εκλέπτυνσης: Ζώντας στην Ελλάδα δεν μπορείς να επαναπαυτείς σε καμία ρουτίνα, σε καμία κανονικότητα. Πρέπει να είσαι διαρκώς επινοητικός «εκτός πλαισίου». Πρέπει να έχεις εμπνεύσεις. Με τον κίνδυνο της υπερβολής, θα έλεγε κανείς ότι το παιδευτικό παίδεμα της ελληνικής ζούγκλας εναρμονίζεται με το επιστημονικό αντικείμενο του Δασκαλάκη: Προτού αναθεωρήσει τη θεωρία των παιγνίων, είχε ενστικτωδώς καλλιεργήσει μια προσωπική στρατηγική επιβίωσης σε ένα «οικοσύστημα» όπου οι παίκτες είναι κάθε άλλο παρά προβλέψιμοι. Οπου –για να το πούμε στη γλώσσα του– δρουν «χωρίς υπολογιστικό φραγμό».

Η γείωση στην όντως ζωή ξεχωρίζει τον λόγο του Δασκαλάκη από το αυτιστικό ιδίωμα άλλων συναδέλφων του. Αυτό είναι το στοιχείο που ξεχωρίζει και τον ανθρωπιστή επιστήμονα από τον αρνησίκοσμο σχολαστικό. «Θέλω να χρησιμοποιήσω τα μαθηματικά για να καταλάβω τους ανθρώπους», λέει και θα δυσκολευόσουν να πιστέψεις την ιδεαλιστική διακήρυξη, αν δεν την έβλεπες ενσαρκωμένη ως χαμογελαστή επιστήμη, στεφανωμένη από έναν μαύρο θύσανο εφηβικής αμεριμνησίας.

Τους Ελληνες που «κάνουν καριέρα στο εξωτερικό» –τον Λάνθιμο, ας πούμε, ή τον Αντετοκούνμπο– τους διεκδικούμε. Προσπαθούμε εμείς να τους επανεντάξουμε στα εθνικά συμφραζόμενα. Δεν ισχύει τον ίδιο για τον μαθηματικό που μαθαίνει μπαγλαμά για να διατηρήσει τον λώρο με την πατρίδα. Γιατί; Σε τι του είναι χρήσιμη αυτή η σχέση; «Συνήθως έχω καλές ιδέες όταν έχω τζετ λαγκ», λέει ο Δασκαλάκης. Το να ζεις στον «δυτικότερο» κόσμο και να ποτίζεις τη συνείδηση της ελληνικότητάς σου είναι ακριβώς αυτό: Να συντηρείς ένα μόνιμο και γόνιμο τζετ λαγκ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ