ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δημιουργήθηκε με στόχο να μεγαλώσει... «γερά παιδιά από κούνια», όπως ήταν το πλέον χαρακτηριστικό σύνθημα που συνόδευε τις διαφημίσεις της για τα προϊόντα παιδικών τροφών. Επειτα από 88 χρόνια ζωής η «Γιώτης» όχι απλώς μεγάλωσε γερά γενιές και γενιές στην Ελλάδα με τις κρέμες και το βρεφικό γάλα που εισήγαγε πρώτη στην ελληνική αγορά, αλλά έχτισε και η ίδια γερά θεμέλια που της έδωσαν τη δυνατότητα να επιβιώνει από το 1930, να επεκτείνεται και να καινοτομεί αδιαλείπτως.

Αν και ξεκίνησε ως εταιρεία παραγωγής παιδικών τροφών, αποτελεί στην πραγματικότητα έναν μεγάλο όμιλο τροφίμων με παραγωγή επιδορπίων, σοκολατοειδών, ροφημάτων, αλεύρων, βοηθητικών πρώτων υλών για μαγειρική και ζαχαροπλαστική, ξεπερνώντας σήμερα συνολικά τους 300 κωδικούς προϊόντων.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2018 η «Γιώτης» έχει ήδη προχωρήσει σε δύο εξαγορές, της βουλγαρικής εταιρείας Royal ΤΜ και της ελληνικής, ιδιαιτέρως γνωστής από τα παραδοσιακά γαλακτοπωλεία της, της γαλακτοβιομηχανίας «Στάμου», γεγονός που δείχνει ότι όχι μόνο άντεξε στην κρίση αλλά επενδύει συνεχώς επεκτεινόμενη σε νέες αγορές και νέες κατηγορίες προϊόντων.

Η συνταγή της επιτυχίας

Πώς τα καταφέρνει; «Ως μια παλαιά ιστορική ελληνική επιχείρηση, η “Γιώτης” έχει το κατάλληλο επιχειρηματικό DNA ώστε να αντέχει τους κλυδωνισμούς, ακόμη και μιας τόσο παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, την οποία ξεπερνά με επιτυχημένες στρατηγικές.

Σε όλη την πορεία της, η εταιρεία επιχειρεί με ίδια κεφάλαια και χρηστή διαχείριση. Επιπλέον, στη διάρκεια της κρίσης διατήρησε σταθερές τις τιμές των προϊόντων της και ενίσχυσε τις εκπτώσεις και προσφορές στα σημεία πώλησης, προκειμένου να στηρίξει τους καταναλωτές της.

Κατά τον ίδιο τρόπο βαδίζει και προς το μέλλον, με σταθερά βήματα ανάπτυξης, σε ένα δύσκολο για την επιχειρηματικότητα οικονομικό περιβάλλον, διατηρώντας τα μερίδιά της», δηλώνουν στην «Κ» οι εκπρόσωποι της εταιρείας.

Η ιστορία της επιχείρησης ξεκινά το 1930, όταν ο Ιωάννης και η Μαρία Γιώτη ιδρύουν τη «Γιώτης» έχοντας ως βασικό κίνητρο να προσφέρουν στα Ελληνόπουλα μια δυναμωτική τροφή από ελληνικό καλαμπόκι και ρύζι.

Στο πρώτο εργοστάσιο έκτασης μόλις 300 τ.μ., στις Τρεις Γέφυρες, παράγουν τις πρώτες βρεφικές και παιδικές κρέμες στην Ελλάδα, το «Ανθος Αραβοσίτου» και το «Ανθος Ορύζης», προϊόντα που εξακολουθούν να βρίσκονται μέχρι και σήμερα στα ράφια των καταστημάτων. Το «Ανθος Ορύζης» θεωρείται ότι είχε εξαιρετικά σημαντική συνεισφορά στη μείωση της παιδικής θνησιμότητας την εποχή εκείνη λόγω της επιδημίας δυσεντερίας, ενώ μαζί με το «Ανθος Αραβοσίτου» είναι τα πρώτα επώνυμα προϊόντα που η εταιρεία εξάγει στην Αμερική.

Το γλυκό των Ελλήνων

Με την Ελλάδα να έχει βγει πληγωμένη από την Κατοχή και να προσπαθεί να ορθοποδήσει, η «Γιώτης» προσφέρει προσιτή σε τιμή και ευκολία γλύκα στην καθημερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 παράγει το «Φρουί Ζελέ» και στις αρχές της δεκαετίας του ’60 το επίσης διαχρονικό επιδόρπιο, την «Κρέμα Καραμελέ». Το 1960 φεύγει από τη ζωή ο ιδρυτής της εταιρείας και τον έλεγχο αναλαμβάνει η σύζυγός του Μαρία και τα παιδιά τους Αθανάσιος και Χρήστος.

Το 1965 η «Γιώτης» καινοτομεί σε μια διαφορετική κατηγορία προϊόντων, τα άλευρα, παράγοντας τη «Φαρίνα Γιώτης», το πρώτο αλεύρι που φουσκώνει μόνο του. Η ισχύς του ονόματος είναι τόσο μεγάλη, που πλέον η ονομασία «Φαρίνα» χρησιμοποιείται για όλα τα αλεύρια που φουσκώνουν μόνα τους. Μην ξεχνώντας το αρχικό κίνητρο της δημιουργίας της, τις παιδικές τροφές, η εταιρεία τοποθετεί στην αγορά το 1972 μία από τις πλέον γνωστές παιδικές κρέμες, τη «Φαρίν Λακτέ».

Τα 300 τ.μ. πλέον έχουν γίνει 30.000 τ.μ. στην Αθήνα, επί της λεωφόρου Κηφισού, ενώ οι αυξημένες ανάγκες παραγωγής οδήγησαν την εταιρεία να δημιουργήσει ένα ακόμη εργοστάσιο, το 2015, στην καρδιά της κρίσης, συνολικής έκτασης 10.000 τ.μ. στο Αγρίνιο. Τρία χρόνια νωρίτερα, η εταιρεία είχε αποκτήσει νέα αποθήκη, συνολικής έκτασης 10.000 τ.μ. στη Μάνδρα Αττικής, δυναμικότητας 9.000 παλετοθέσεων.

Το 2017 οι πωλήσεις της ανήλθαν σε περίπου 75 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σε σύγκριση με το 2016, ενώ στην εταιρεία απασχολούνται 360 εργαζόμενοι.

Επενδύσεις και εξαγορές εντός και εκτός συνόρων

Η χρηστή διαχείριση των προηγούμενων ετών επέτρεψε στη «Γιώτης» αφενός να υλοποιεί σημαντικές επενδύσεις στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις της και αφετέρου να επεκτείνεται μέσω εξαγορών. Από το 2009 έως σήμερα, η εταιρεία υλοποίησε επενδύσεις ύψους 30 εκατ.

Η Royal TM, εταιρεία που ιδρύθηκε στη Σόφια το 1992, παράγει έτοιμα για χρήση μείγματα σε σκόνη για την παρασκευή παγωτών, κρεμών αλλά και ροφημάτων, καθώς και είδη ροφημάτων κατάλληλα για αυτόματους πωλητές.

Σύμφωνα με την εταιρεία, η εξαγορά της Royal TM έχει ως στόχο την ανάπτυξη της «Γιώτης» στις αγορές της Βουλγαρίας και των όμορων χωρών.

Πρόσφατα, η εταιρεία προχώρησε στην εξαγορά της γαλακτοβιομηχανίας «Στάμου», η οποία έχοντας χτίσει από το 1964 ένα ισχυρό όνομα μέσα από τα γαλακτοπωλεία που διαθέτει (συνολικά οκτώ στην Αττική), παράγει γάλα, γιαούρτια, βούτυρο, ρυζόγαλο, τυριά, παγωτά, παραδοσιακά γλυκά.

«Τα βήματα που πραγματοποιεί η “Γιώτης” από την ίδρυσή της έως σήμερα, είναι πάντα προσεκτικά, καλά μελετημένα και εντάσσονται στην ευρύτερη στρατηγική της εταιρείας για σταθερή ανάπτυξη. Η εξαγορά της γαλακτοβιομηχανίας “Στάμου” όχι μόνο επιβεβαιώνει τη στρατηγική αυτή, αλλά με τη συνεργασία των δύο εταιρειών δίνει τη δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης ενός ήδη επιτυχημένου σήματος, όπως είναι το σήμα “Στάμου” στην κατηγορία των γαλακτοκομικών προϊόντων.

Προτεραιότητα είναι η εδραίωση των ήδη υπαρχόντων κωδικών και, μελλοντικά, η δημιουργία νέων καινοτόμων προϊόντων, που θα βασίζονται στις σύγχρονες διατροφικές τάσεις», επισημαίνει η διοίκηση της «Γιώτης».

Το ερώτημα, βεβαίως, είναι εάν θα ακολουθήσουν και άλλες ανάλογες κινήσεις. «Αυτή τη στιγμή προτεραιότητα είναι να αναπτύξουμε τις δύο νεοαποκτηθείσες εταιρείες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε στραμμένα τα μάτια μας στις αγορές, τόσο την εγχώρια όσο και του εξωτερικού, για την περίπτωση που θα προκύψουν ευκαιρίες συνεργασιών», είναι η απάντηση που δίνει η «Γιώτης».

Πρωτοπόρος και ανταγωνιστική στη διεθνή αγορά

Η «Γιώτης» δεν είναι απλώς μια εταιρεία που άντεξε και μεγάλωσε στη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Είναι και μία εταιρεία που από την αρχή της ίδρυσής της και κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες λειτουργεί σε ένα περιβάλλον με ισχυρό ανταγωνισμό από πολυεθνικούς κολοσσούς, καταφέρνοντας, ωστόσο, σε αρκετές κατηγορίες να κατέχει ηγετική θέση.

Ενα από τα «κλειδιά» της επιτυχίας αυτής είναι η καινοτομία: είναι η πρώτη εταιρεία που παρήγαγε στην Ελλάδα στερεές παιδικές τροφές, η πρώτη που δημιούργησε επιδόρπια στην Ελλάδα, η πρώτη που παρήγαγε προψημένες παιδικές τροφές σε νιφάδες, τούρτες με όλα τα υλικά στη συσκευασία για την παρασκευή του γλυκού σε 15 λεπτά και πολλά άλλα.


Είναι η πρώτη εταιρεία που παρήγαγε στην Ελλάδα στερεές παιδικές τροφές.

Ετσι, από το 1995 μέχρι σήμερα η εταιρεία έχει κατοχυρώσει πάνω από 30 πατέντες με καινοτόμα προϊόντα, όπως είναι για παράδειγμα τα «Sweet & Balance» (προϊόντα με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη) και το υποκατάστατο κρέμας γάλακτος με φυτικά λιπαρά.

Η εταιρεία, το 10% των πωλήσεων της οποίας προέρχεται από εξαγωγές σε 25 χώρες, έχει προχωρήσει ακόμη και στη δημιουργία βρεφικών κρεμών με βάση τις ειδικές ανάγκες των βρεφών ανά χώρα, για παράδειγμα για τις αγορές της Αιγύπτου και της Κίνας. Κάθε άλλο παρά τυχαίο, λοιπόν, είναι το γεγονός ότι πέρυσι η εταιρεία προχώρησε στη δημιουργία του «Ελληνικού Κέντρου Ερευνας και Καινοτομίας», μία επένδυση ύψους 1,6 εκατ. ευρώ. Το Κέντρο στεγάζεται σε εγκαταστάσεις επιφάνειας 1.350 τ.μ. και οι δράσεις του περιλαμβάνουν την εκπόνηση υψηλού επιπέδου έρευνας, την ανάληψη ερευνητικών έργων και την οργάνωση εκπαιδευτικών σεμιναρίων σε συνεργασία με άλλα ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια.

Βασικοί στόχοι είναι η παροχή υπηρεσιών για τη διασφάλιση της υγιεινής, της ασφάλειας και της ποιότητας των τροφίμων.

Μπήκε δυναμικά στην πολλά υποσχόμενη αγορά των προϊόντων υγιεινής διατροφής

Το 2009 αποτέλεσε χρονιά-σταθμό για τη μετέπειτα πορεία της «Γιώτης», διότι η εταιρεία αντιλήφθηκε εγκαίρως τις νέες τάσεις στις διατροφικές συνήθειες, αλλά και στις πολιτικές που χαράσσονται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης και προχώρησε στην παραγωγή ειδικών προϊόντων, αλλά και εξαγόρασε εταιρείες που παρασκεύαζαν τέτοια προϊόντα.

Μία από τις τάσεις αυτές είναι τα προϊόντα που δεν περιέχουν ζάχαρη είτε διότι κάποιοι δεν επιθυμούν να την καταναλώνουν είτε διότι δεν επιτρέπεται να την καταναλώνουν. Ετσι, τη χρονιά εκείνη η «Γιώτης» κυκλοφόρησε τη σειρά επιδορπίων με την ονομασία «Sweet & Balance», τα οποία δεν περιέχουν ζάχαρη αλλά γλυκαντικό από εκχύλισμα του φυτού στέβια.

Την ίδια χρονιά εξαγόρασε τη Fytro, μια σειρά από προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας, αλλά και τα βιολογικά προϊόντα BioOrganic. Επίσης, επέκτεινε τη σειρά βρεφικού γάλακτος Sanilac προχωρώντας το 2009 στην παραγωγή υποαλλεργικού γάλακτος σε σκόνη, κατάλληλο για βρέφη που είναι αλλεργικά στις πρωτεΐνες γάλακτος.

Σύμφωνα με την ίδια την εταιρεία, αν και κάθε κατηγορία προϊόντων έχει τη δική της βαρύτητα, τα επιδόρπια χαμηλού γλυκαιμικού δείκτη της σειράς «Sweet & Balance» και τα προϊόντα ισορροπημένης διατροφής Fytro συγκαταλέγονται στις κατηγορίες εκείνες που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη δυναμική ανάπτυξης.

Το χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνει πλέον και προϊόντα που δεν περιέχουν γλουτένη, κατηγορία που αποτελεί επίσης τάση των τελευταίων ετών.

Οι καταναλωτικές τάσεις

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην έκθεση για την Ελληνική Βιομηχανία Τροφίμων και Ποτών του 2011, την οποία είχε καταρτίσει το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), αναφερόταν χαρακτηριστικά ως προς προς τις τάσεις που διαμορφώνονται στους καταναλωτές: «Οι καταναλωτές αναζητούν πλέον περισσότερες επιλογές τροφίμων που ανταποκρίνονται στις διάφορες ανάγκες τους, συμπεριλαμβανομένων των προτιμήσεων που έχουν στις τροφές τους σε σχέση με ζητήματα υγείας, γεύσης και ευκολίας [...] Μερίδες για ένα άτομο, η “φορητότητα” του φαγητού, η δυνατότητα των έτοιμων γευμάτων να θερμαίνονται στον φούρνο μικροκυμάτων, αλλά και η αναζήτηση “ειδικών” τροφών και τροφίμων, όπως οι τροφές χωρίς γλουτένη για τους πάσχοντες από κοιλιοκάκη, γνωρίζουν σήμερα αυξανόμενη ζήτηση».

Σύμφωνα με μελέτη της Technavio, η παγκόσμια αγορά τροφίμων και ποτών χωρίς ζάχαρη αναμένεται να φθάσει σε αξία τα 72,37 δισ. δολάρια έως το 2021, καταγράφοντας αύξηση κατά 7% σε σύγκριση με το 2017. Σύμφωνα με άλλη έρευνα, η αγορά των τροφίμων χωρίς γλουτένη αναμένεται να καταγράψει ανάπτυξη της τάξης του 9,3% την περίοδο 2017 - 2025. Το 2016 η εν λόγω αγορά σε παγκόσμιο επίπεδο υπολογιζόταν ότι είχε πωλήσεις 14,94 δισ. δολαρίων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ