ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Χάσμα πλέον το ρήγμα Αθήνας και Μόσχας

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

Εκθεση με συλλογές από το Μουσείο Ακρόπολης στο Μουσείο Ερμιτάζ στην Αγία Πετρούπολη, τον Απρίλιο του 2016, με αφορμή το «Ετος Ελλάδας στη Ρωσία». Εκτοτε, πολλά έχουν αλλάξει στις σχέσεις των δύο χωρών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ρωσία

Στη γεωπολιτική διάστασή της εισέρχεται πλέον η ρήξη ανάμεσα στην Αθήνα και στη Μόσχα, η οποία πυροδοτήθηκε πριν από περίπου ένα μήνα, όταν γνωστοποιήθηκε η απόφαση για την απέλαση δύο διπλωματών από τη ρωσική πρεσβεία στην Αθήνα και την απαγόρευση εισόδου σε δύο ακόμα Ρώσους πολίτες.

Το μάλλον... αμήχανο μεσοδιάστημα ακολούθησαν δύο απελάσεις στελεχών της ελληνικής πρεσβείας στη Μόσχα και η απαγόρευση εισόδου στον διευθυντή του πολιτικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά στη Ρωσία. Μόλις προχθές, την Παρασκευή, ακολούθησε το τελευταίο επεισόδιο, η εκτενής ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών, όπου η αντιπαράθεση ξέφυγε από το αμιγώς ελληνορωσικό πλαίσιο και μεταφέρθηκε σε στρατηγικό. Η Αθήνα θεωρεί τους Ρώσους «συντρόφους εν όπλοις» της Τουρκίας στη Συρία, με στρατηγική συνεργασία η οποία επεκτείνεται σε πολλούς τομείς.

Η αποτύπωση της συγκεκριμένης διάστασης σε δημόσιο λόγο δεν αποτελεί παρά επιβεβαίωση μιας πολύ συγκεκριμένης κατάστασης σε επίπεδο πρακτικό.

Η Ελλάδα και η Ρωσία ακολουθούν αποκλίνουσες πορείες, γεγονός το οποίο δεν είναι νέο, αλλά αποκτά διαφορετική σημασία υπό τις παρούσες συνθήκες. Η ενεργειακή και περιφερειακή στρατηγική της Μόσχας βρίσκεται σε πλήρη αναντιστοιχία με τις προτεραιότητες της Αθήνας. Η Ελλάδα ήταν, βέβαια, πάντα μέλος του ΝΑΤΟ, εξ ορισμού κατά των ρωσικών στρατηγικών συμφερόντων, ωστόσο τα τελευταία χρόνια οι τριβές έγιναν εντονότερες.

Η συμφωνία των Πρεσπών

Η πλέον γνωστή και αναδεδειγμένη είναι αυτή των διαπραγματεύσεων Ελλάδας και ΠΓΔΜ για το ονοματολογικό. Επ’ αυτού είναι γνωστή η αντίδραση της Μόσχας κατά οποιασδήποτε επέκτασης του ΝΑΤΟ, πολλώ δε μάλλον στα Δυτικά Βαλκάνια, όπου διατηρεί ακόμα κάποια περιορισμένη μεν, ικανή δε να δημιουργήσει προβλήματα επιρροής. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντίδραση της Αθήνας δεν αφορούσε αμιγώς τη συμφωνία των Πρεσπών, αλλά την ανησυχητική ένδειξη ότι στην περιοχή της Βόρειας Ελλάδας δρουν ανεξέλεγκτα τρίτες δυνάμεις, με κύρια τη Ρωσία, η οποία στηρίζει πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα στην περιοχή. Η πλέον ανησυχητική διάσταση της ρωσικής δραστηριοποίησης στον Βορρά αφορά την Εκκλησία.

Εκτός από τη μεγάλη επιρροή στο Αγιον Ορος και τις πολύ καλές σχέσεις με επισκόπους της Βορείου Ελλάδος, οι Ρώσοι λειτουργούν συνειδητά με σκοπό να υπονομεύσουν τους δεσμούς των μητροπόλεων των Νέων Χωρών με το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Δεν είναι τυχαία η δημόσια αντίδραση του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών στις πληροφορίες περί άρνησης χορήγησης βίζας σε Ρώσους κληρικούς από την Αθήνα, καθώς και η έντονη απάντηση ελληνικών διπλωματικών πηγών ότι οι θεωρήσεις αποτελούν αποκλειστικό δικαίωμα και προνόμιο του κυρίαρχου κράτους που τις εκδίδει.

Οι τελευταίες εξελίξεις, τόσο ως προς τη διοίκηση του Αγίου Ορους όσο και ως προς την πιο ενδελεχή εξέταση των αιτήσεων για βίζα, κυρίως από Ρώσους κληρικούς, αντικατοπτρίζουν τη βούληση της Αθήνας να αποκτήσει τον έλεγχο σε μια διαδικασία η οποία μέχρι πρότινος διεκπεραιωνόταν μάλλον τυπικά. Είναι ενδεικτικές οι πολύ σκληρές διατυπώσεις που χρησιμοποιούνται στην ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών για την «Ορθόδοξη Αυτοκρατορική Παλαιστίνεια Εταιρεία», η οποία –όπως αναφέρεται– επιχειρήθηκε να επιβληθεί στην Ελλάδα από «μια μερίδα Ρώσων, ευτυχώς μειοψηφική, που νομίζει ότι μπορεί να κινείται στην Ελλάδα χωρίς να σέβεται νόμους και κανόνες, ακόμα και να εκτοξεύει απειλές». Παρά το εμφανές και έντονο παρασκήνιο, η επίσημη Εκκλησία έχει κρατηθεί μακριά από τον σχολιασμό όσων συμβαίνουν τους τελευταίους μήνες.

Είναι απολύτως δεδομένο ότι η ένταση θα συντηρηθεί και λόγω των συνεχιζόμενων κυρώσεων. Δεν είναι τυχαίες οι πρόσφατες δηλώσεις Ρώσων εκπροσώπων think tanks τα οποία συνδέονται με το Κρεμλίνο για την «ελάχιστη» (όπως περιγράφεται) γεωπολιτική σημασία που έχει η Ελλάδα για τη Ρωσία, αλλά και για την «αναξιοπιστία» (όπως, επίσης, την αναφέρουν) του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, που απλώς συναινεί με τις κυρώσεις που αποφασίζονται από την Ε.Ε.

Στις 22 Αυγούστου ξεκινά, επίσης, ο νέος γύρος αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Οι κυρώσεις περιλαμβάνουν την εξαγωγή ηλεκτρονικών και μηχανολογικού υλικού (που θα μπορούσε να εκληφθεί ως εξοπλισμός ευαίσθητος για την εθνική ασφάλεια), με επιπτώσεις ακόμα και σε μεγάλες ρωσικές εταιρείες, όπως η Αεροφλότ.

Αν και η Ελλάδα δεν συνδέεται άμεσα με αυτές τις κυρώσεις, πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι δεν θα περιλαμβάνεται στις χώρες οι οποίες θα αμφισβητήσουν την απόφαση της Ουάσιγκτον να εντείνει την πίεση προς το Κρεμλίνο.

Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο αξίζει να σημειωθεί ότι, παράλληλα με τη διεύρυνση του ρήγματος με τη Μόσχα, οι παραδοσιακά καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ γίνονται ακόμα πιο στενές. Η γεωστρατηγική σημασία της Ελλάδας για την Ουάσιγκτον στην παρούσα φάση υποστηρίζεται από σειρά κινήσεων, οι οποίες υποδηλώνουν μετεξέλιξη της σχέσης των δύο χωρών σε βάθος χρόνου. Από συμβολικές κινήσεις, όπως η προσγείωση αμερικανικών μαχητικών τύπου F-22 στη Λάρισα, έως τη διαρκή επέκταση των δραστηριοτήτων στη βάση της Σούδας, αλλά και την προώθηση της υπόθεσης της Σύρου, φαίνεται ότι τουλάχιστον σε στρατιωτικό επίπεδο οι σχέσεις γίνονται ουσιαστικά πιο στενές. Υπενθυμίζεται ότι μόλις πριν από λίγους μήνες ο «Παπανικολής», από τα υπερσύγχρονα υποβρύχια τύπου 214 του Πολεμικού Ναυτικού (Π.Ν.), συμμετείχε σε άσκηση στην Ανατολική Μεσόγειο σε αμερικανική μονάδα κρούσης με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, και την παρακολούθηση ρωσικών υποβρυχίων στην περιοχή.

Ανησυχεί η αντιπολίτευση

Η επιδείνωση των ελληνορωσικών σχέσεων έχει προσελκύσει και το ενδιαφέρον της αντιπολίτευσης, η οποία φαίνεται να ανησυχεί εξίσου για τις ισορροπίες στην περιοχή. Οπως φάνηκε από τις δημόσιες τοποθετήσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης (μέσω του αρμοδίου Γιώργου Κουμουτσάκου), αντιδράσεις όπως αυτή του πρωθυπουργού της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβέντεφ, ο οποίος χαρακτήρισε τα Κατεχόμενα «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», είναι ενδεικτικές. Η αντιπολίτευση ζητεί, μάλιστα, ενημέρωση στη Βουλή για τις τελευταίες εξελίξεις. Στο πλευρό της Αθήνας στέκεται και η Κομισιόν, η οποία εμφανίστηκε την Παρασκευή να καταδικάζει τις απόπειρες παρέμβασης της Ρωσίας στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδας. Ευλόγως, καίριο είναι το ερώτημα περί του τρόπου με τον οποίο μπορούν να επιστρέψουν σε κατάσταση σχετικής ομαλότητας οι σχέσεις Ελλάδας και Ρωσίας.

Ο σφιχτός εναγκαλισμός Ρωσίας και Τουρκίας

Η τελευταία και πιο ενδιαφέρουσα πτυχή των αντιδράσεων της Αθήνας έναντι της Μόσχας αφορά τη δημόσια αποτύπωση από το υπουργείο Εξωτερικών της πραγματικότητας των τελευταίων δύο χρόνων: αυτής, δηλαδή, της στρατηγικής συνεργασίας ανάμεσα στη Ρωσία και στην Τουρκία. Πρόκειται, άλλωστε, για ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα στις σχέσεις Αθήνας και Μόσχας που, μέχρι πρότινος, καλυπτόταν από τη γενικότερη σιγήν ιχθύος η οποία τηρείτο για τις ολοένα και δυσκολότερες επαφές ανάμεσα στις δύο χώρες. Από τον Ιούλιο του 2016 και την απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι διμερείς σχέσεις Μόσχας - Αγκυρας έχουν ανθήσει. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ο κ. Ερντογάν, μετά την κατακρήμνιση της τουρκικής λίρας και τη γενικότερη επιδείνωση των σχέσεων της Τουρκίας με τις ΗΠΑ, επικοινώνησε την Παρασκευή με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν. Ενώ αύριο στην Αγκυρα μεταβαίνει για συνομιλίες και ο Ρώσος ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ.

Ωστόσο, η πρώτη ένδειξη για τον ολοένα και πιο σφιχτό εναγκαλισμό της Αγκυρας με τη Μόσχα ήταν η συμφωνία για το σύστημα αεράμυνας τύπου S-400. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να έχει λόγο στην εξοπλιστική πολιτική οποιασδήποτε τρίτης χώρας, είναι σαφές πως η προμήθεια ενός ακόμη εξελιγμένου οπλικού συστήματος θα γείρει έτι περαιτέρω την πλάστιγγα υπέρ της Τουρκίας. Ενα από τα βασικά επιχειρήματα των Ρώσων έναντι όσων ανησυχούν από αυτή την αγοραπωλησία είναι ότι η Μόσχα δεν θα μεταφέρει ποτέ πυραυλική τεχνογνωσία στην Αγκυρα. Μετά, ήλθε η οριστικοποίηση της συμφωνίας για την κατασκευή πυρηνικού εργοστασίου στο Ακούγιου στη νότια Τουρκία. Το εργοστάσιο θα αναπτυχθεί από τη ρωσική εταιρεία «Ρόσατομ», η οποία θα αναλάβει και τη λειτουργία του για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα. Πιο σημαντική εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση είναι ότι οι Ρώσοι θα αναλάβουν να εκπαιδεύσουν στην πυρηνική τεχνολογία περίπου 600 Τούρκους επιστήμονες. Σε αντίθεση με τους S-400, σε αυτή την περίπτωση φαίνεται ότι η μεταφορά τεχνολογίας είναι δεδομένη. Αν και σε πολύ μικρότερη κλίμακα, ανάλογη συνεργασία και, ώς ένα βαθμό, εκπαίδευση σε ζητήματα τα οποία αφορούν κυρίως την πολεμική αεροπορία υπάρχει ανάμεσα σε Τούρκους και Ρώσους στη Συρία.

Τα ρωσοτουρκικά συμφέροντα ταυτίζονται, επίσης, στον τομέα της ενέργειας. Οι Ρώσοι εξακολουθούν να προωθούν τον Turkish Stream, ο οποίος είναι εκ διαμέτρου αντίθετος σε οποιαδήποτε ιδέα ενεργειακής απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό αέριο. Παράλληλα, αποτελεί ανταγωνιστικό πρότζεκτ και για το φυσικό αέριο που εξορύσσεται από τον βυθό της Ανατολικής Μεσογείου, μέρος του οποίου ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία, που, όπως είναι γνωστό, παρενοχλείται από την Αγκυρα. Γίνεται, λοιπόν, σαφές, ότι η διασύνδεση των στρατηγικών συμφερόντων Μόσχας και Αγκυρας είναι πολύ πιο στενή απ’ όσο φαίνεται.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ