Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πάνος Σκουρλέτης

Το κάθισμα της στραβής

Η ​​καταθλιπτική αντιπαράθεση που διεξάγεται από την επομένη της καταστροφής τροφοδοτείται από μια μεγάλη παρεξήγηση. Η κυβέρνηση προσπαθεί να καλύψει επιχειρησιακές ανεπάρκειες, ενώ το βαρύτερο πολιτικό κόστος δεν το φορτώνεται γι’ αυτές. Το φορτώνεται περισσότερο για την επιχείρηση συγκάλυψης παρά για την αποτυχία της επιχείρησης κατάσβεσης. Από άλλοθι σε άλλοθι και από επιθετική σε επιθετικότερη ψευτοαπολογία, τα στελέχη της κυβέρνησης καταλήγουν έτσι να οξύνουν αυτό που θέλουν να αποφύγουν: την κατακραυγή για την καμπάνια τους μετά την καταστροφή.

Ο Πάνος Σκουρλέτης, ας πούμε, διατείνεται ότι του συμβαίνει κάτι πρωτοφανές. Ο ανορθόδοξος πόλεμος, λέει, που δέχεται αυτή η κυβέρνηση από τα media «δεν έχει προηγούμενο». Φταίνε οι δημοσιογράφοι. Φταίνε το παλαιό καθεστώς και η «τυφλότης» των παράκτιων οδών. Φταίνε οι νερωνικές διαστροφές του Αιόλου που «έπνεε με 120 χιλιόμετρα την ώρα» και γενικώς η φύση που φέρεται αφύσικα.

Μπορεί, όντως, όλοι αυτοί οι παράγοντες να έχουν παίξει κάποιο ρόλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν τους επικαλείται για να εξηγήσει πώς απέτυχε το κράτος να επιτελέσει την πρωταρχική αποστολή του. Τους επικαλείται για να δραπετεύσει και να καταφύγει στο μόνο πεδίο που αναγνωρίζει τον εαυτό του: εκτός παρόντος χρόνου. Εκτός Ιστορίας. Στη μυθική καβάντζα, όπου μπορεί να επιμηκύνει την αντιπολιτευτική αθωότητά του και να διατηρεί το ηθικό μονοπώλιό του.

Πώς περιμένουμε λοιπόν να αναγνωρίσει στον εαυτό της ευθύνες μια εξουσία που ακόμη δεν έχει αναγνωρίσει ότι είναι εξουσία; Που ακόμη, τριάμισι χρόνια μετά, (αντι)πολιτεύεται με την ηθική αυταρέσκεια του αδοκίμαστου; Ακόμη και οι παραιτήσεις δεν ήταν προϊόν αυτοκριτικής, αλλά τακτικού υπολογισμού. Ηταν ελιγμοί.

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι ότι αυτή η στάση κοστίζει στον ΣΥΡΙΖΑ. Το πρόβλημα είναι ότι εγκλωβίζει για μία ακόμη φορά τη δημόσια ζωή σε έναν κύκλο δηλητηριώδους φλυαρίας. Ποιος δεν σέβεται περισσότερο τους νεκρούς; Ποιος δεν γκρέμισε τα αυθαίρετα; Ποιος είναι ικανός για τη χειρότερη «παπαριά»;

Σε αυτό τον κύκλο η αντίδραση της εκκεντρικής, υποτίθεται, Αυλωνίτου αποδεικνύεται συμμετρική προς τη γραμμή της κυβέρνησης. «Οι εκφράσεις», έλεγε στην απολογία της η Αυλωνίτου, «που χρησιμοποιήθηκαν εκ μέρους μου...».

Αυτή η παθητική φωνή είναι η επίσημη φωνή της συριζαϊκής ανευθυνότητας: Η καταστροφή που ήρθε και εκτυλίχθηκε επί των ημερών μας. Η στραβή που βρήκε και έκατσε στη βάρδια μας. Η γκαντεμιά. Γκαντεμιά, τέτοια πολύνεκρη συγκυρία να κυβερνάται εκ μέρους μας.

Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης

Εμείς και οι «Ζέοι»

​​Τι είναι λοιπόν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ; Είναι μια κυνική εξουσία που αποτυγχάνει με ολέθριες συνέπειες; Ή μήπως είναι κάτι πολύ χειρότερο; Μήπως είναι «κακούργοι», «καταραμένοι», που «έχουν σκοτώσει και χαμογελούν»;

Εντάξει, η πολυσυζητημένη ανάρτηση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη είναι ποίηση. Είναι Σαίξπηρ – μια γλώσσα που, ακόμη κι όταν επιστρατεύεται ως πολιτικό σχόλιο, δεν προορίζεται για να εκληφθεί κυριολεκτικά. Το Μέσο όμως στο οποίο αναρτήθηκε δεν είναι θέατρο. Το πλαίσιο αναφοράς δεν σηκώνει αλληγορία. Το κοινό εκεί παίρνει ό,τι βλέπει τοις μετρητοίς. Το προσαρμόζει στις προκαταλήψεις του και το αναπαράγει μεγεθυσμένο. Αυτό έγινε και με τον Σαίξπηρ του Μαρκουλάκη. Οι στίχοι από τον Αμλετ εξελήφθησαν και αναπαρήχθησαν μανιωδώς σαν ανάθεμα σε μυσαρούς, χαμογελαστούς δολοφόνους. Ετσι η κριτική ή, έστω, η αγανάκτηση απέναντι σε μια αποτυχημένη κυβέρνηση έδωσε τη θέση της όχι απλώς σε ποινική καταδίκη, αλλά σε οντολογική αποκήρυξη των «άλλων»: «Αυτό που μας χωρίζει», επεξηγούσε ο Μαρκουλάκης, «δεν είναι πολιτικό, είναι θεμελιώδες (...) Αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν».

«Αυτοί οι άνθρωποι»; Ναι. Ο θεατράνθρωπος δεν ήταν ο μόνος που τους αναγνωρίζει πια ως αλλότρια όντα. Οι Συριζαίοι παρομοιάζονται με «μαϊμού που (...) στραβόβαλε στο ψειριασμένο της κεφάλι το δίκοχο του Ελευθερίου Βενιζέλου και μας κουνάει το δάχτυλο» (Χρ. Χωμενίδης στο capital.gr). Είναι «καταχραστές και εξωμότες της αριστερής ιδεολογίας – οι οποίοι θα έπρεπε ήδη να έχουν συλληφθεί και οδηγηθεί σιδηροδέσμιοι σε μπουντρούμια όπου θα παρέμεναν εφ’ όρου ζωής, χωρίς δίκη» (Δ. Δημητριάδης στο lifo.gr). Οι Συριζαίοι δεν αναγνωρίζονται καν με το όνομά τους. Στη φαρμακωμένη γλώσσα του διαδικτύου είναι σκέτο «Ζέοι».

Ανεξαρτήτως προθέσεων, αυτή η γλώσσα υποδηλώνει ότι έχουμε πάψει πια να ανήκουμε στο ίδιο συλλογικό υποκείμενο με τους «Ζέους». Αυτοί είναι απόβλητα τέρατα, σανοφάγα και σαρκοφάγα, φυλακιστέα και ανεπίδεκτα δημοκρατικής συνύπαρξης. Αυτή η γλώσσα αποτυπώνει τη ζημιά που έχει συντελεστεί. Κραδαίνοντας κρεμάλες και κανιβαλίζοντας τους «μνημονιακούς» του αντιπάλους, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε εν τέλει να διεγείρει διχαστικά αντανακλαστικά ομόλογά του. Εθεσε σε κίνηση τον αλγόριθμο του ανατροφοδοτούμενου μίσους. Θα πει κανείς, ακόμη και την ώρα της καταστροφής, ο ΣΥΡΙΖΑ και τα διαδικτυακά ρομποτάκια του διέχεαν την εμφυλιακή χολή.

Από τον ΣΥΡΙΖΑ, όμως, δεν περιμένει κανείς πια τίποτε καλύτερο. Δεν περιμένει δημοκρατικό μέτρο. Ούτε περίσκεψη για το πού θα βρεθούμε –όλοι, Ζέοι και Αντιζέοι– μετά τον ΣΥΡΙΖΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ