ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Τουρκία στη δίνη βαθιάς οικονομικής κρίσης

ΡΟΥΜΠΙΝΑ ΣΠΑΘΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τουρκία

Από συμπληγάδες διέρχεται η οικονομία της Τουρκίας. Από τη μία πλευρά είναι τα πολύ σοβαρά δομικά της προβλήματα και από την άλλη η διπλωματική κρίση με την Ουάσιγκτον. Σε μια αρνητική διεθνή συγκυρία, η οικονομία των 880 δισ. δολαρίων με το μεγαλύτερο χρέος από όλες τις αναδυόμενες οικονομίες δέχεται σφυροκόπημα από ένα συνδυασμό νομισματικής κρίσης, κυρώσεων, υποβαθμίσεων και απειλών για περαιτέρω κυρώσεις. Ο Τούρκος υπουργός Οικονομικών αρνείται κατηγορηματικά κάθε προοπτική προσφυγής της Αγκυρας στο ΔΝΤ, αλλά πολλοί αναλυτές εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κυβέρνηση Ερντογάν δεν έχει άλλη επιλογή.

Οσες προσπάθειες έχει έως τώρα καταβάλει η Αγκυρα αποδεικνύονται ατελέσφορες, διότι περιορίζονται σε ενέσεις ρευστότητας στις τουρκικές τράπεζες και σε υποσχέσεις για συνετή πολιτική. Δεν ανταποκρίνονται στο αίτημα των επενδυτών για τολμηρή αύξηση των επιτοκίων προκειμένου να ανακοπεί η πτώση του νομίσματος, που τείνει να χάσει το 40% της αξίας του από την αρχή του έτους. Ο Τούρκος πρόεδρος έχει επενδύσει τη δημοτικότητά του στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Παρεμβαίνει έτσι συστηματικά στο έργο της κεντρικής τράπεζας και αποτρέπει μιαν αύξηση των επιτοκίων, φοβούμενος την επιβράδυνση και το δυσβάστακτο βάρος που θα συνεπαγόταν για επιχειρήσεις με μεγάλο χρέος και νοικοκυριά με στεγαστικά δάνεια. Ετσι, ο πληθωρισμός βρίσκεται στο δυσθεώρητο 16% και το κόστος ασφάλισης του τουρκικού χρέους εκτινάσσεται στα ύψη. Η χώρα εγκαταλείπεται από το ξένο κεφάλαιο, που, αφού τη δάνεισε επί χρόνια τώρα, επιστρέφει στη Δύση αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις. Αλλά η χαίνουσα πληγή της τουρκικής οικονομίας είναι η μεγάλη εξάρτησή της από το ξένο κεφάλαιο για την κάλυψη των ελλειμμάτων της. Το αρνητικό κλίμα επιτείνει η αυταρχική διακυβέρνηση του Τούρκου προέδρου, ο οποίος κωφεύει στις εκκλήσεις για πολιτική σταθερότητα, εκδημοκρατισμό και απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και των πολιτών άλλων χωρών. Η απελευθέρωση των Ελλήνων στρατιωτικών φάνηκε να δίνει ελπίδες προς αυτήν την κατεύθυνση. Τρεις ημέρες αργότερα, όμως, η τουρκική Δικαιοσύνη απέρριψε το αίτημα αποφυλάκισης του Αμερικανού πάστορα Μπράνσον, καθιστώντας γεγονός το νέο κύμα κυρώσεων από την Ουάσιγκτον. Σύντομα, η ανάκαμψη της τουρκικής λίρας αποτελούσε παρελθόν, καθώς εξανεμίστηκε η εμπιστοσύνη που είχε εμπνεύσει στους επενδυτές ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ, όταν απέκλεισε τους ελέγχους στις κινήσεις κεφαλαίων και υποσχέθηκε χαμηλότερους στόχους ανάπτυξης και μονοψήφιο πληθωρισμό.

«Καίει» τις επιχειρήσεις ο δανεισμός σε ξένο νόμισμα

Στην τηλεδιάσκεψη που είχε με τους επενδυτές πριν από λίγες ημέρες, ο Τούρκος υπουργός Οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκ υποστήριξε ότι οι τουρκικές επιχειρήσεις είναι σε καλή οικονομική κατάσταση και μπορούν να αντεπεξέλθουν στις μεσοπρόθεσμες υποχρεώσεις τους. Η πραγματικότητα είναι, ωστόσο, ζοφερή για πολλές τουρκικές επιχειρήσεις, που στο παρελθόν εκμεταλλεύτηκαν το φθηνό κόστος του χρήματος και δανείστηκαν σε ξένο νόμισμα. Σήμερα, η θεαματική υποτίμηση της τουρκικής λίρας έχει οδηγήσει στα ύψη το χρέος τους και δυσκολεύονται να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Αν σε όλα αυτά συνεκτιμήσει κανείς τη μειωμένη ζήτηση και το αυξημένο κόστος της ενέργειας, αντιλαμβάνεται ότι μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κόσμου της Τουρκίας βρίσκεται σε δεινή θέση. Δεν ισχύει, βέβαια, το ίδιο για τις ξένες επιχειρήσεις που έχουν επεκτείνει τις δραστηριότητές τους στην Τουρκία.

Σε δεινή θέση βρίσκονται όσες επιχειρήσεις δεν ενδιαφέρθηκαν εγκαίρως να λάβουν μέτρα για να προστατευθούν από τον κίνδυνο μεγάλης πτώσης στην ισοτιμία της λίρας. Είναι ενδεικτικό ότι τους πρώτους επτά μήνες του χρόνου υποβαθμίστηκε το χρέος 97 τουρκικών επιχειρήσεων στο επίπεδο των ομολόγων «σκουπιδιών».

Πολλές τουρκικές επιχειρήσεις έχουν ζητήσει αναδιάρθρωση του χρέους τους. Ανάμεσά τους η Yildiz Holding, μητρική εταιρεία της βιομηχανίας σοκολατοποιίας Godiva και των μπισκότων McVitie, αλλά και του ομίλου Dogus Holding. Τον περασμένο μήνα, άλλωστε, η εταιρεία τηλεπικοινωνιών Turk Telekom ανακοίνωσε ζημίες τριμήνου ύψους 184 εκατ. δολαρίων και η αιτία δεν ήταν άλλη από το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της. Τις ίδιες ημέρες ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch εξέφρασε την εκτίμηση πως είναι εξαιρετικά εκτεθειμένες όσες εταιρείες λιανικών λιανικής δεν εξάγουν σημαντικό μέρος της παραγωγής τους, οπότε δεν έχουν συνάλλαγμα.

Ανάμεσά τους ο όμιλος Yasar Holding, που δραστηριοποιείται τόσο στο εμπόριο τροφίμων, ειδών ένδυσης και καταναλωτικών προϊόντων όσο και στον τουρισμό. Αιτία, το χρέος του ομίλου που λήγει σύντομα, αλλά είναι κατά το 50% σε ξένο νόμισμα, όταν σχεδόν το σύνολο των εσόδων του είναι σε τουρκικές λίρες. Ομοίως και η εταιρεία εμφιάλωσης Coca-Cola Icecek, διότι το 80% του χρέους της είναι σε σκληρό νόμισμα, ενώ τα κέρδη της σχεδόν εξ ολοκλήρου σε τουρκικές λίρες. Ανάλογα προβλήματα μεγάλου χρέους σε ξένο νόμισμα και έσοδα σε λίρες αντιμετωπίζουν οι τουρκικές κατασκευαστικές, οι κτηματομεσιτικές και οι ενεργειακές. Στο σύνολό τους, άλλωστε, οι βιομηχανίες της Τουρκίας βαρύνονται με το αυξημένο κόστος της ενέργειας, καθώς το πετρέλαιο τιμολογείται σχεδόν πάντα σε δολάρια. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Τουρκίας, 2.300 τουρκικές επιχειρήσεις βαρύνονται συνολικά με το 85% των δανείων που έχουν εκδοθεί σε ξένο νόμισμα για τουρκικούς φορείς και τα οποία ανέρχονται σε 293 δισ. δολάρια.

Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch προειδοποιεί ότι η μεγάλη υποτίμηση της τουρκικής λίρας όχι μόνον θα επιβαρύνει δυσανάλογα όσες επιχειρήσεις έχουν μεγάλα δάνεια, αλλά θα ασκήσει και ισχυρές πιέσεις στον τραπεζικό τομέα της χώρας. Σύμφωνα με τον Ουντάι Πατνάικ, αναλυτή χρέους αναδυόμενων αγορών στη Legal & General Investment Management, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι πολύ υψηλότερο από την επίσημη εκτίμηση για 3,3% του πρώτου τριμήνου. Ο ίδιος εκτιμά ότι μεγάλο μέρος από τα κόκκινα δάνεια βαρύνει κατασκευαστικές και ενεργειακές. Σε ό,τι αφορά τους κινδύνους που διατρέχει το τραπεζικό σύστημα της Τουρκίας, είναι ενδεικτικό ότι τον Ιούνιο ο οίκος Moody’s υποβάθμισε 17 τουρκικές τράπεζες.

Πανάκριβα τα είδη πρώτης ανάγκης για τους Τούρκους

Από τα τέλη του περασμένου μήνα, αρκετές ημέρες προτού η υποτίμηση της τουρκικής λίρας φτάσει στο 40%, η ένωση αρτοποιών Τουρκίας ανακοίνωνε πως η τιμή του ψωμιού είχε αυξηθεί κατά 15%. Τις ίδιες μέρες ένα κιλό μπανάνες, προϊόν εισαγόμενο στην Τουρκία, κόστιζε 10 τουρκικές λίρες αλλά σήμερα κοστίζει πάνω από 15 λίρες.

Οι δύο ειδήσεις αφορούν μεγάλο τμήμα του τουρκικού πληθυσμού, πολύ μεγαλύτερο ίσως από εκείνο που το αφορά το ότι η τιμή ενός iPhone έχει αυξηθεί κατά 25%. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ημερών, η ελεύθερη πτώση της τουρκικής λίρας πλήττει την αγοραστική δύναμη και το βιοτικό επίπεδο των Τούρκων. Εξωθεί, παράλληλα, σημαντικό τμήμα του πληθυσμού στα όρια της φτώχειας. Μόλις πριν από δύο μήνες το όριο της φτώχειας για μια τουρκική οικογένεια οριζόταν σε μηνιαίο εισόδημα ύψους 5.584 τουρκικών λιρών, που τότε αντιστοιχούσαν σε 1.190 δολάρια. Σήμερα το εισόδημα αυτό αντιστοιχεί σε 800 δολάρια. Μόλις πριν από ένα χρόνο, ένα δολάριο αντιστοιχούσε σε 3,5 τουρκικές λίρες, ενώ σήμερα πλησιάζει τις 6 τουρκικές λίρες. Εμποροι βασικών ειδών διατροφής, όπως τα οπωροκηπευτικά, δηλώνουν στα διεθνή ΜΜΕ ότι αναγκάζονται διαρκώς να αυξάνουν τις τιμές των προϊόντων τους. Την ίδια στιγμή, τα μεσαία εισοδήματα που έως τώρα είχαν τη δυνατότητα να κάνουν διακοπές στα θέρετρα της γειτονικής χώρας βλέπουν τις τιμές των ξενοδοχείων να αυξάνονται στα ύψη. Ξενοδόχος που μίλησε στη βρετανική εφημερίδα The Guardian, τόνισε ότι σήμερα ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο του κοστίζει 1.000 τουρκικές λίρες περισσότερο απ’ όσο κόστιζε μόλις τον περασμένο Απρίλιο. Ο τουρισμός είναι, βέβαια, ο μοναδικός τομέας της τουρκικής οικονομίας που βγαίνει κερδισμένος από την πτώση της λίρας, αλλά αυτό αφορά μόνον όσους ξένους επισκέπτονται τη γειτονική χώρα και καθόλου τον εγχώριο τουρισμό. Πολλοί αποφασίζουν να επισκεφτούν την Τουρκία τελευταία στιγμή. Το βρετανικό online πρακτορείο τουρισμού Travel Republic αναφέρει ότι οι κρατήσεις για την Τουρκία έχουν αυξηθεί κατά 21% τις τελευταίες τρεις ημέρες, ενώ παράλληλα αυξήθηκε κατά 47% ο αριθμός των διανυκτερεύσεών τους. Παράλληλα, η ιστοσελίδα TravelSupermarket.com αναφέρει πως οι αναζητήσεις για Τουρκία αυξήθηκαν κατά 19% τις τελευταίες έξι ημέρες. Τις τελευταίες έξι ημέρες, επίσης, έχει διπλασιασθεί ο αριθμός όσων επισκέπτονται τη Spotblue, βρετανική online κτηματομεσιτική, και ενδιαφέρονται για αγορά ακινήτων στην Τουρκία.

Οι ξένοι και ειδικότερα οι επισκέπτες από τον αραβικό κόσμο είναι, άλλωστε, οι μόνοι που αγοράζουν είδη πολυτελείας, όπως οι τσάντες Louis Vuitton, τα ρούχα Chanel ή τα αρώματα Hermes. Οπως επισημαίνει σχετικό ρεπορτάζ του Bloomberg, τα είδη πολυτελείας είναι τώρα πολύ πιο προσιτά για όσους επισκέπτονται την Τουρκία, έχοντας στο πορτοφόλι τους ισχυρότερα νομίσματα. Μια δερμάτινη τσάντα του οίκου Chanel, για παράδειγμα, κοστίζει τώρα 2.877 δολάρια, είναι δηλαδή κατά 25% φθηνότερη από εκείνην που θα βρει κάποιος στην ιστοσελίδα της Chanel στην Ευρώπη με 3.700 δολάρια. Δεδομένου, όμως, ότι η ακρίβεια έχει οδηγήσει σε πτώση της ζήτησης στο λιανικό εμπόριο, πολλοί επιχειρηματίες φοβούνται πως θα αναγκασθούν να κλείσουν τις επιχειρήσεις τους. Οπως επισημαίνουν, πάντως, οι Financial Times, η πτώση της λίρας φέρνει στην επιφάνεια τον διχασμό που έχει προκαλέσει στην τουρκική κοινωνία ο Ερντογάν και η πολιτική του. Φοιτητής που μίλησε στη βρετανική εφημερίδα εξομολογήθηκε ότι ακύρωσε τα σχέδιά του για μεταπτυχιακές σπουδές στο εξωτερικό εξαιτίας της κατάρρευσης της λίρας, που καθιστά απαγορευτικό το κόστος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ