ΒΙΒΛΙΟ

To μοναχικό, σιωπηλό δέντρο απέναντι απ’ τη θάλασσα

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Χρήστος Μποκόρος, «Κυπαρίσσι, δένδρο μνήμης». Ζωγραφισμένο με χρώματα λαδιού σε χρυσοστιλβωμένο ξύλο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στη μνήμη του Γιάννη Οργέττα

Α​​νεβαίνοντας προς το χωριό Γαλήνη στη Νάξο, στη δεξιά πλευρά του δρόμου στέκει ένα ψηλό κυπαρίσσι. Σε μια άκρη του δρόμου, ενώ τα βλέμματα μαγνητίζονται στην αριστερή θέα της θάλασσας που βρέχει το νησί, εκεί στέκει σιωπηλό, μοναχικό.

Οπως το ζώο που ξεμακραίνει από το κοπάδι του και βρίσκεται σε λάθος σημείο χωρίς συντροφιά. Η ομορφιά του είναι απόκοσμη, επιβλητική, η τελειότητα με την οποία είναι φτιαγμένο είναι απαράμιλλη. Ισως δεν είναι τυχαίο που βρέθηκε εκεί, μόνον εκεί θα μπορούσε να είναι ριζωμένο, και ας είναι μόνο του, απέναντι από τη θάλασσα, παράλληλα με τους ταξιδιώτες, τους παραθεριστές, τους ντόπιους που άλλοτε το προσέχουν, άλλοτε μες στη συνάφεια των οικείων δεν το παρατηρούν. Είναι σαν να στέκεται ώρες ακίνητος ένας μοναχός στο πιο κοσμικό μέρος. Ενα μωρό μόνο να πλέει καταμεσής της θάλασσας. Μια γυναίκα με λυτά κατάξανθα μαλλιά να κρέμεται στην άκρη ενός βουνού. Ενας άνδρας γυμνός σκυμμένος μπροστά σε ένα τάμα. Είναι σαν να βλέπεις έναν νέο άνθρωπο να πεθαίνει και να τον συντροφεύουν στο τελευταίο ταξίδι του μόνον ηλικιωμένοι.

Μετά την πρώτη συνάντηση μαζί του επεδίωξα να ξανανεβώ στο σημείο. Η πρώτη φορά ήταν τυχαία, την ώρα που το βλέμμα μου αγκάλιαζε η θάλασσα τρομαγμένη γύρισα και είδα τη σκιά του να στέκει αγέρωχη μπροστά μου. Την επομένη φορά όμως πήγα για εκείνο. Ηθελα να το κοιτάξω, να παρατηρήσω την παράταιρη ομορφιά του. Με συγκινούσε η αίσθηση που είχα ότι σε εκείνο το σημείο αδικούνταν, ενώ ένιωθα ότι εκεί ανήκε.

Εχουμε συνηθίσει να βλέπουμε κυπαρίσσια στα νεκροταφεία. Σαν έναν συμβολισμό της ενατένισης της ζωής από τα πάνω. Της αιωνιότητας. Της θερμής σιωπής έναντι της παγωμένης φασαρίας που γράφει και η Σιμόν Βέιλ στο «Πρόσωπο και το Ιερό» (εκδόσεις Πόλις). Αυτό βρισκόταν εκτεθειμένο, απέναντι στο πέλαγος.

Υπολογίζουμε τη ζωή μας με όρους κανονικότητας. Μας ανακουφίζει να σκεφτόμαστε τον θάνατο μέσα στη φυσική φθορά. Να φύγουν από τη ζωή πρώτα οι μεγαλύτεροι, ο άνθρωπος να διανύσει τα βήματά του. Να δει τον εαυτό του στα στάδια της εξέλιξής του, να βρει την ωριμότητά του μέσα από όλες αυτές τις αντιξοότητες που επιφυλάσσει το μεγάλωμα.

Πόσο ωραία και άχαρη είναι η εφηβεία για τον άνθρωπο. Πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η νεανική ηλικία. Με πόσες αντιξοότητες μπορεί να σταθεί στα πόδια του σήμερα ένας άνθρωπος, να εργαστεί, να αγαπήσει, να κάνει ένα παιδί. Και πάλι λες όλες αυτές οι δυσκολίες είναι μέσα στη ζωή, ενταγμένες σε έναν σοφό κύκλο που θέλει τον άνθρωπο στις μεγάλες δυνάμεις του να παραδέρνει με τα κύματα για να βρει τη θέση του στον κόσμο. Για να σταθεί απέναντι από το πέλαγος και να το κοιτάξει όρθιος. Γιατί έρχεται η ηλικία της ωριμότητας, που δίνει λίγη ανταμοιβή. Σε πληρώνει για όλα όσα προσπάθησες. Για όλα όσα επέμεινες. Το μεγάλωμα ενός παιδιού, το άκουσμα της λέξης «μπαμπά» και «μαμά», τις επιτυχίες στη δουλειά, τις φιλίες, την αγάπη που θα έρθει και αυτή συν τω χρόνω, μεγαλώνοντας.

Οταν όμως φεύγει ένας νέος άνθρωπος, όταν πεθαίνει από καλπάζουσα αρρώστια ένας άνδρας που υποτίθεται ότι του υποσχέθηκαν τη ζωή, τότε κάτι από όλα αυτά αναταράσσεται. Το ίδιο συμβαίνει με κάθε λογής αιφνίδιο θάνατο. Φέτος ο θάνατος έκαψε σπίτια που φτιάχτηκαν μόνο για γέλια και αγκαλιές. Και αυτό είναι ανείπωτο.

Φεύγοντας από τον βουβό πόνο της κηδείας, ξαναγύρισα σε αυτό το κυπαρίσσι στο νησί. Στα νησιά που γεμίζουν ασφυκτικά από κόσμο κάθε καλοκαίρι, που διατρανώνουν τη ζωή με κάθε τρόπο, όπου όλα είναι πολύχρωμα, ζωντανά, με μια αίσθηση αιωνιότητας του παρόντος. Το κυπαρίσσι ήταν εκεί. Αδιασάλευτο, βουβό, όμορφο. Μέσα στη σκιά παρά το λιοπύρι, μέσα στην κατάνυξη παρά την επέλαση του θέρους. Διατηρούσε την πνευματικότητά του μέσα στη σιωπή του. Μεταμόρφωνε εκείνο το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρισκόταν, δεν αλλοιωνόταν από την πολυκοσμία. Οι περαστικοί ήταν οι άλλοι, όχι εκείνο. Ξαφνικά ένιωσα ότι δεν το κοιτάζω μόνον εγώ. Με κοιτάζει και αυτό. Εχει την ικανότητα να βλέπει τη στροφή του δρόμου, όλους αυτούς που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν αναζητώντας το κάτι στη ζωή τους, μια ζωή που ακόμα είναι ζωντανή και δεδομένη. Αυτό τα βλέπει όλα. Τα ξέρει όλα. Ατενίζει την ταραγμένη θάλασσα, την ανθρωποπομπή, τον χειμώνα και το καλοκαίρι, τις πρώτες βροχές και το ξύπνημα της άνοιξης. Εχει βρει τη θέση του, μπορεί άκαιρα, μπορεί βουβά, με έναν πόνο που δεν λέγεται, δεν καταγράφεται, μόνο πλημμυρίζει σαν την παλίρροια την ανθρώπινη ψυχή.

Μας κοιτάζει όμως. Και μας κοιτάζει για πάντα. Και σκέφτομαι ότι περισσότερο από όλους τους λουόμενους, τους παραθεριστές, αυτό το κυπαρίσσι μάς καθορίζει. Αυτό φυτεύεται εντός μας και μεγαλώνει σιγά σιγά. Αυτό λέγεται ίσως απώλεια. Και άδικο. Ισως όμως να λέγεται και ζωή. Και η πιο σημαντική ζωή είναι όταν κάτι φυτεύεται μέσα σου και μεγαλώνει. Και καθώς ψηλώνει μαλακώνει τα μέλη σου και την ύπαρξή σου. Και σε κάνει να κοιτάζεις κάθε φορά που βρίσκεσαι σε τέτοια μέρη τα κυπαρίσσια. Τα ζώα που ξεμάκρυναν, τα ψάρια που βγήκαν από το νερό, τα μάτια των ανθρώπων που γεμίζουν από δάκρυα, χαράς και θλίψης.

Μεγαλύτερη ομορφιά δεν υπάρχει από ένα τέτοιο θέαμα. Το κυπαρίσσι φτιάχτηκε για να είναι όμορφο. Ισως παίρνει δύναμη από το χώμα του. Από όσους το πατούν και κυρίως από όσους κατοικούν εντός του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ