ΒΙΒΛΙΟ

Βουτιά στο σύμπαν μιας ιδιοφυΐας

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο Γουάλας (φωτ.) ήταν τόσο εφευρετικός, που με τον θάνατό του φτώχυνε η αμερικανική γλώσσα, υποστήριξε ο συγγραφέας Τζον Τζερεμάια Σάλιβαν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ημουν 27 χρόνων, στην αρχή της ζωής μου ως δημοσιογράφου, όταν αποφάσισα να καταπιαστώ με έναν από τους σύγχρονους άθλους που καλείται να επιτελέσει κάθε λάτρης της αγγλόφωνης λογοτεχνίας: την ανάγνωση του «Infinite Jest» του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας. Πρόκειται για βαρέων βαρών μυθιστόρημα – 1.079 σελίδες, εκ των οποίων οι 97 αποτελούν υποσημειώσεις στην πλοκή, μεταξύ των οποίων και η πλήρης φιλμογραφία του πατέρα του κεντρικού ήρωα, ενός σκηνοθέτη τόσο avant-garde που πολλές από τις ταινίες του, στην αναζήτηση του απόλυτου ρεαλισμού, δεν κινηματογραφήθηκαν ποτέ.

Μου άρεσε αυτό. Ηταν το είδος του παλαβού χιούμορ (zany, στα αμερικανικά) στο οποίο είχα μυηθεί διαβάζοντας τον Τόμας Πίντσον – αλλά ο Γουάλας το πήγαινε αρκετά βήματα πιο μακριά. Με συνεπήραν επίσης η ευφυΐα και το εμμονικό πάθος με την αμερικανική γλώσσα και τις δυνατότητές της που ξεχείλιζε από κάθε σελίδα, η αντίληψη της λεπτομέρειας που έφτανε στο επίπεδο του μικροσκοπικού, η ζαλιστική παρενθετικότητα και αυτοαναφορικότητα, η βαθιά κατανόηση –που πήγαζε από τον πόνο της δικής του ζωής– της φύσης του εθισμού. Κι έτσι, παρότι το βιβλίο αρνείται πεισματικά να συμμορφωθεί με τις συμβάσεις μιας αφήγησης με αρχή, μέση και τέλος, μιας πλοκής που οδηγεί στην κάθαρση και που απαντά σε ερωτήματα που έχει θέσει, εθίστηκα – από την πρώτη ξεκαρδιστική σκηνή της συνέντευξης του Χαλ Ινσαντέντζα για την εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο της Αριζόνας ώς την τελευταία υποσημείωση.

Στα επόμενα χρόνια, διάβασα πολλά ακόμα κείμενά του – συλλογές δοκιμίων, διηγήματα, κριτικές, ό,τι έβρισκα. Είδα με τη δική του, αμίμητη ματιά, τον σουρεαλιστικό κόσμο της βιομηχανίας της πορνογραφίας, τη δονκιχωτική προεκλογική εκστρατεία του Τζον Μακέιν για το ρεπουμπλικανικό χρίσμα το 2000, την εξωπραγματική τενιστική μαεστρία του Ρότζερ Φέντερερ. Βούτηξα βαθιά στο μυαλό χαρακτήρων με κλινική κατάθλιψη, ενός νέου πατέρα που μισεί το νεογέννητό του γιατί απορροφά όλη τη στοργή της γυναίκας του, φαντάστηκα μία γυναίκα το πρόσωπο της οποίας μετατράπηκε σε μία «χρόνια μάσκα παρανοϊκού τρόμου» λόγω μιας πλαστικής εγχείρησης που πήγε θεαματικά στραβά και τον καλλιτέχνη που αφοδεύει πλήρως διαμορφωμένα έργα τέχνης.

Ενιωθα, με όλα αυτά, ότι είχα μπει στον νου του ίδιου του Γουάλας – αυτό το ακτινοβόλο, αεικίνητο μυαλό, η μεγάλη ευλογία του και η βαριά κατάρα του. Ετσι, όταν έμαθα στις 12 Σεπτεμβρίου του 2008 –τρεις μέρες πριν από την κατάρρευση της Lehman Brothers και του οριστικού τέλους της εποχής της ευημερίας της οποίας τα υπαρξιακά αδιέξοδα τόσο πληθωρικά κατέγραψε– ότι κρεμάστηκε στο γκαράζ του σπιτιού του, σε ηλικία 46 ετών, δεν ήταν απλά μία ακόμα άσχημη είδηση, για μία διασημότητα που δεν άντεξε το βάρος των προσδοκιών και του ψυχικού του χάους. Βίωσα την απώλεια προσωπικά – σαν να είχε στερέψει μια καθάρια πηγή χειμαρρώδους γέλιου, σοφίας και συμπόνιας για τη σύγχρονη, μετα-μεταμοντέρνα εκδοχή της ανθρώπινης ύπαρξης, μια πηγή που εμπλούτιζε πολυσχιδώς τη δική μου ύπαρξη.

Καθώς συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τον θάνατό του, το ερώτημα προκύπτει: Η αίσθηση αυτή της απώλειας παίρνει τη μορφή της νοσταλγίας, για μία άλλη εποχή, πριν από τον Τραμπ και το Twitter, πριν από τα smartphones και τους ψηφιακούς βοηθούς; Ή εξακολουθεί ο Γουάλας και το μνημειώδες αριστούργημά του να είναι επίκαιρα στη σημερινή εποχή, όπου ο πολλαπλασιασμός των μέσων επικοινωνίας μοιάζει να συνοδεύεται από την κατάρρευση της ποιότητας και της ουσίας της;

Γράφοντας στους New York Times προ διετίας, με αφορμή τη συμπλήρωση δύο δεκαετιών από την έκδοση του «Infinite Jest», ο συγγραφέας Τομ Μπισέλ παρατηρούσε: «Το ότι έχουν περάσει 20 χρόνια και ακόμα δεν συμφωνούμε για τι σημαίνει αυτό το μυθιστόρημα, ή τι ακριβώς προσπαθούσε να πει, παρότι (φαινομενικά) έλεγε τα πάντα για όλα, είναι άλλη μία τέλεια αναλογία με το Διαδίκτυο. Αμφότερα είναι υπερβολικά μεγάλα. Αμφότερα περιλαμβάνουν υπερβολικά πολλά. Αμφότερα σε καλωσορίζουν εντός τους. Αμφότερα σε σπρώχνουν μακριά».

Οταν αυτοκτόνησε ο Γουάλας, το Facebook, παρότι ραγδαία αναπτυσσόμενο, δεν είχε φτάσει ακόμα τους 100 εκατομμύρια χρήστες και το στάτους πολιτισμικού φαινομένου, ενώ η Apple δεν είχε πωλήσει ακόμα ούτε 10 εκατομμύρια iPhones. Ομότεχνοί του όπως ο Τζόναθαν Φράνζεν και ο Ντέιβ Εγκερς βίωσαν τη σάρωση της συνείδησής μας από τα νέα μέσα επικοινωνίας, τη σταδιακή απορρόφηση του πραγματικού κόσμου από τον ψηφιακό, και έχουν γράψει διεισδυτικά και δυσοίωνα γι’ αυτό.

Κατατονική αποχαύνωση

Ο Γουάλας, ωστόσο, –που είχε σπουδάσει Φιλοσοφία και είχε γοητευθεί από τον Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν, ο οποίος είχε εθιστεί (μεταξύ άλλων) στη μαριχουάνα και είχε ζήσει τον εγκλωβισμό του χρήστη στη φυλακή των σκέψεών του, που μελετούσε μανιωδώς τις διάφορες μορφές εργαλειοποίησης της γλώσσας (με κορυφαία τη διαφήμιση)– κατανοούσε στο πετσί του τον κίνδυνο της απομόνωσης και της αποξένωσης που εγκυμονούσε ο τρόπος ζωής του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου. Ο τίτλος του «Infinite Jest», εκτός από τον Αμλετ, αναφέρεται σε μια ταινία τόσο ψυχαγωγική που όσοι τη βλέπουν χάνουν το ενδιαφέρον τους για οτιδήποτε άλλο, και βυθίζονται μόνιμα σε κατατονική αποχαύνωση. Στο σύμπαν του βιβλίου, η πλοκή του οποίου λαμβάνει χώρα στο εγγύς μέλλον, η αδυσώπητη αναζήτηση νέων αγορών από τους διαφημιστές έχει οδηγήσει στη μετονομασία των ημερολογιακών ετών με τα προϊόντα των επιχειρηματικών τους χορηγών. Δεν θα μάθουμε ποτέ σε τι γλωσσοπλαστικές εξάρσεις θα κατέφευγε για να περιγράψει έναν κόσμο όπου ο καθένας μας κατακλύζεται από μηνύματα και εξατομικευμένες προσφορές, όπου καλούμαστε όλοι να γίνουμε μικρές ή μεγάλες διασημότητες, υπό διαρκή παρακολούθηση και αξιολόγηση από το ψηφιακό μας ακροατήριο, όπου ακόμα και οι οδοντόβουρτσές μας συλλέγουν δεδομένα για τη συμπεριφορά μας. Αλλά το έργο του δείχνει ότι αντιλαμβανόταν βασικές πτυχές της επερχόμενης ανατροπής – και τον τρομοκρατούσαν.

Η γλώσσα και ο άνθρωπος

O άλλος βασικός λόγος που ο Γουάλας εξακολουθεί να έχει σημασία είναι ότι το έργο του, παρά τους ακατάσχετους γλωσσικούς πειραματισμούς και τις μυριάδες παρεκκλίσεις στις οποίες τον οδηγούσε ο μονίμως θυελλώδης του εγκέφαλός, επιχειρεί ειλικρινά να φωτίσει την ανθρώπινη κατάσταση.

Ο Έγκερς (σε μία στροφή 180 μοιρών, είναι η αλήθεια, από την αρχική του αποτίμηση) έγραψε στον πρόλογο μίας πρόσφατης επανέκδοσης του «Infinite Jest» ότι δεν υπάρχει στις ατελείωτες σελίδες του «ούτε μία προχειρογραμμένη πρόταση». Ο συγγραφέας Τζον Τζερεμάια Σάλιβαν υποστήριξε ότι ο Γουάλας ήταν τόσο εφευρετικός που με το θάνατό του φτώχυνε η αμερικανική γλώσσα.

Η εμμονή με τη γλώσσα ξεκίνησε νωρίς: Η μητέρα του Γουάλας, καθηγήτρια Φιλολογίας, προσποιείτο ότι πάθαινε κρίσεις βήχα στο οικογενειακό τραπέζι όταν εκείνος ή η αδελφή του έκαναν κάποιο γραμματικό λάθος – έως ότου να το εντοπίσουν και να το διορθώσουν. Εξαιτίας αυτού του πάθους, και της φιλοσοφικής του κλίσης, γοητεύθηκε στα πρώτα του βήματα από το μεταμοντερνισμό και την έμφαση του στην αποκάλυψη της τεχνητής φύσης και των μηχανισμών της μυθοπλασίας. Έβλεπε τη λογοτεχνία ως άσκηση αποδόμησης, ειρωνική απόσταση.

Ωριμάζοντας, ωστόσο, και βυθιζόμενος στο βούρκο του εθισμού και της κατάθλιψης, άλλαξε αποφασιστικά στάση. Η λογοτεχνική γλώσσα δεν μπορούσε να είναι μία επίδειξη ευφυίας και αποστασιοποίησης, ούτε καθαρά «ψυχαγωγία» - έπρεπε να έχει ηθικό σκοπό. Στην εξαιρετική βιογραφία του Γουάλας από τον Ν.Τ. Μαξ («Every Love Story is a Ghost Story»), καταγράφεται η στροφή αυτήν κατά την περίοδο που γράφει το «Infinite Jest», στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Σε ένα εκτεταμένο άρθρο που έγραψε το 1993 με αφορμή την τετράτομη βιογραφία του Ντοστογιέφσκι από τον Τζόζεφ Φρανκ, ο  Γουάλας, όπως αναφέρει ο Μαξ, είναι σαν να γράφει για τον εαυτό του: «Αυτό που μοιάζει πιο σημαντικό είναι ότι η επιθανάτια εμπειρία του Ντοστογιέφσκι μετέτρεψε έναν χαρακτηριστικά ματαιόδοξο και μοδάτο νεαρό συγγραφέα – έναν πράγματι πολύ ταλαντούχο συγγραφέα, που όμως ενδιαφερόταν κυρίως για τη δική του λογοτεχνική δόξα – σε ένα άτομο που πίστευε βαθιά σε ηθικές και πνευματικές αξίες». Στο ίδιο άρθρο θρηνούσε για την «έλλειψη σοβαρότητας της σοβαρής μας μυθοπλασίας» και τασσόταν υπέρ μίας «παθιασμένα ηθικής» προσέγγισης στη λογοτεχνία, υπό τον όρο το προϊόν της να είναι «ιδιοφυές και εκθαμβωτiκά ανθρώπινο».

Η ιδιοφυής, εκθαμβωτικά ανθρώπινη αυτή φωνή, δυστυχώς, σίγησε πολύ νωρίς. Αλλά το μήνυμά του, και τα ανεπανάληπτα μέσα που χρησιμοποίησε για να το μεταδώσει, παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ. Οι σημερινοί 27χρονοι αξίζει να αφήσουν στην άκρη για λίγες μέρες (εβδομάδες;) το άναρθρο ναρκοπέδιο των social media και να τον διαβάσουν. Ακόμα και τις υποσημειώσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ